Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός

Ασκητήριο του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού.


Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός είναι ένας από τους ποιητές και υμνογράφους της Αγίας μας Εκκλησίας. Κατεβαίνοντας μέσα στο ασκητήριο του, απορεί κανείς πως μέσα σε αυτόν τον τόσο μικρό χώρο μπορούσε να γράψει όλα εκείνα τα καταπληκτικά τροπάρια.

Μεταφραση

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

ΚΕΦ. 22 Για τον αέρα και τους ανέμους.

Για τον αέρα και τους ανέμους. 

Ο αέρας είναι στοιχείο πολύ λεπτό, υγρό και θερμό, πιο βαρύ από τη φωτιά, πιο ελαφρό από το χώμα και το νερό, αίτιο της αναπνοής και της ομιλίας· είναι αχρωμάτιστο, δηλαδή δεν έχει από τη φύση του χρώμα, διαυγές, διάφανο (δηλαδή το διαπερνά το φως) και εξυπηρετεί τις τρεις αισθήσεις μας (διότι μέσω αυτού βλέπουμε, ακούμε, οσφραινόμαστε)· είναι στοιχείο που δέχεται τη θερμότητα και την ψυχρότητα, την ξηρότητα και την υγρασία· στον αέρα ανήκουν όλες οι κινήσεις στο χώρο· δηλαδή πάνω, κάτω, μέσα, έξω, δεξιά, αριστερά και κυκλικά. Δεν έχει δικό του φως, αλλά φωτίζεται από τον ήλιο, τη σελήνη, τα άστρα και τη φωτιά. Και αυτό το βεβαιώνει ο λόγος της Γραφής, ότι «σκότος υπήρχε πάνω από την άβυσσο»· πράγμα που σημαίνει ότι ο αέρας δεν έχει δικό του φως, αλλά η ουσία του φωτός είναι κάποια άλλη. Ο άνεμος ακόμη είναι κίνηση του αέρα ή ρεύμα του αέρα που αλλάζει τις ονομασίες του από τους διαφορετικούς τόπους από τους οποίους φυσά. Αλλά και ο τόπος ανήκει στον αέρα· διότι ως τόπος θεωρείται η περιοχή κάθε σώματος. Και τί άλλο περιέχει τα σώματα, παρά ο αέρας; Υπάρχουν μάλιστα διάφοροι τόποι, απ’ όπου προέρχεται η κίνηση του αέρα και από τους οποίους οι άνεμοι παίρνουν τις ονομασίες τους· και όλοι οι άνεμοι είναι δώδεκα. Λένε ακόμη ότι ο αέρας είναι σβήσιμο φωτιάς ή ατμός νερού που έχει θερμανθεί. Ο αέρας, λοιπόν είναι θερμός στη φύση του, αλλά ψύχεται από την επαφή του με το νερό και το έδαφος, με αποτέλεσμα τα κάτω στρώματά του να είναι ψυχρά, ενώ τα πάνω θερμά. Άνεμοι φυσούν οι εξής: από τη θερινή ανατολή ο καικίας (=βορειοανατολικός), που ονομάζεται και μέσης, από την ισημερινή ανατολή ο απηλιώτης (=ανατολικός), από τη χειμερινή ανατολή ο εύρος (=ανατολικός- νοτιοανατολικός), από τη χειμερινή δύση ο λίβας (=νοτιοδυτικός), από την ισημερινή δύση ο ζέφυρος (=δυτικός), από τη θερινή δύση ο αργέστης (=βορειοδυτικός), δηλαδή ο Ολυμπίας, που λέγεται και Ιάπυξ. Έπειτα πνέουν αντίθετα μεταξύ τους ο νότος και ο απαρκτίας (=βόρειος). Ενδιάμεσος πάλι μεταξύ του απαρκτία και του καικία πνέει ο βορέας (=βόρειος-βορειοανατολικός). Ενδιάμεσος μεταξύ του εύρου και του νότου πνέει ο Φοίνιξ (=νότιος-νοτιοανατολικός), ο οποίος λέγεται ευρόνοτος. Ενδιάμεσος πάλι μεταξύ νότου και λίβα είναι ο λιβόνοτος, που λέγεται και λευκόνοτος (=νότιος-νοτιοδυτικός). Ενδιάμεσος τέλος μεταξύ απαρκτίου και αργέστου είναι ο θρασκίας (=βόρειος-βορειοδυτικός), που λέγεται κέρκιος από τους γύρω κατοίκους. (Τα άκρα του κόσμου τα κατοικούν τα εξής έθνη· προς τον απηλιώτη οι Βακτριανοί, προς τον εύρο οι Ινδοί· προς τον Φοίνικα βρίσκεται η Ερυθρά θάλασσα και η Αιθιοπία· προς τον λιβόνοτο οι Γαράμαντες που κατοικούν πάνω από τη Σύρτη· προς το λίβα οι Αιθίοπες και οι Υπέρμαυροι της δύσεως· προς τον ζέφυρο βρίσκονται οι Στήλες του Ηρακλέους και οι αρχές της Λιβύης και της Ευρώπης· προς τον αργέστη η Ιβηρία, η σημερινή Ισπανία· προς τον θρασκία οι Κέλτες και τα γειτονικά έθνη· προς τον απαρκτία οι Σκύθες που κατοικούν πάνω από τη Θράκη· προς το βορρά είναι ο Πόντος, η Μαιώτιδα και οι Σαρμάτες· προς τον καικία είναι η Κασπία θάλασσα και οι Σάκες).

ΚΕΦ. 23 Για τα νερά.

Για τα νερά. 

Και το νερό, επίσης, είναι ένα από τα τέσσερα στοιχεία το πιο ωραίο δημιούργημα του Θεού. Το νερό είναι στοιχείο υγρό και ψυχρό, βαρύ και με ροπή προς τα κάτω, που εύκολα χύνεται. Αυτό υπενθυμίζει η Αγία Γραφή όταν λέει: «Υπήρχε σκοτάδι πάνω από την άβυσσο και το Πνεύμα του Θεού βρισκόταν πάνω από τα νερά». Η άβυσσος δεν είναι τίποτε άλλο παρά τα πολλά νερά, που το τέλος τους είναι ασύλληπτο για τον άνθρωπο. Στην αρχή, βέβαια, το νερό κυριαρχούσε σ’ όλη την επιφάνεια της γης. Και ο Θεός δημιούργησε πρώτα το στερέωμα, που χωρίζει το νερό που είναι πάνω από το στερέωμα από το νερό που είναι κάτω από το στερέωμα· διότι, με την εντολή του Δεσπότου Θεού, δημιουργήθηκε το στερέωμα στο μέσον της αβύσσου των νερών. Και γι’ αυτό, είπε ο Θεός να γίνει το στερέωμα, και έγινε. Για ποιό λόγο, όμως, ο Θεός τοποθέτησε νερό πάνω από το στερέωμα; Λόγω της υπερβολικής θερμότητος του ήλιου και του αιθέρα· καθώς, αμέσως μετά το στερέωμα, απλώνεται από κάτω ο αιθέρας. Αλλά και ο ήλιος και η σελήνη και τα άστρα βρίσκονται στο στερέωμα. Κι αν δεν είχε τοποθετηθεί νερό πάνω απ’ αυτό, το στερέωμα θα είχε ανάψει από θερμότητα. Κατόπιν, ο Θεός έδωσε εντολή να συγκεντρωθούν τα νερά σε μία συναγωγή. Η φράση «μία συναγωγή» δεν σημαίνει ότι αυτά συγκεντρώθηκαν σ’ ένα τόπο, –διότι λέει, στη συνέχεια, «τα συστήματα των νερών τα ονόμασε θάλασσες»–· η φράση δηλώνει ότι τα νερά συγκεντρώθηκαν όλα μαζί, ξεχωριστά από την ξηρά. «Τα νερά, λοιπόν, συγκεντρώθηκαν στις δεξαμενές τους και φάνηκε η ξηρά». Έτσι σχηματίστηκαν οι δύο θάλασσες που περιβρέχουν την Αίγυπτο –καθόσον αυτή βρίσκεται ανάμεσα σε δύο θάλασσες. (Οι θάλασσες) περιέχουν διάφορα πελάγη, βουνά, νησιά, κόλπους και λιμένες, που περιλαμβάνουν αιγιαλούς και ακτές –αιγιαλός λέγεται η παραλία που έχει άμμο, ενώ ακτή λέγεται αυτή που έχει πέτρες και είναι απότομη, δηλαδή αυτή που έχει βάθος από την αρχή της. Παρόμοια, σχηματίσθηκε θάλασσα στα ανατολικά και λέγεται Ινδική, καθώς και βόρεια και λέγεται Κασπία· αλλά και οι λίμνες σχηματίσθηκαν από τότε. Ο Ωκεανός, λοιπόν, είναι σαν ποταμός που περικυκλώνει όλη τη γη· γι’ αυτόν, όπως νομίζω, είπε η Αγία Γραφή, ότι «ένα ποτάμι πηγάζει από τον Παράδεισο» το οποίο έχει πόσιμο και γλυκό νερό. Αυτός χύνει στις θάλασσες το νερό του, το οποίο, όταν μείνει στάσιμο στις θάλασσες για πολύ χρόνο, γίνεται πικρό, επειδή ο ήλιος και οι σίφωνες αντλούν πάντοτε το πιο ελαφρό μέρος του· έτσι σχηματίζονται τα σύννεφα και πέφτουν οι βροχές, ενώ ταυτόχρονα το νερό γίνεται γλυκό και καθαρίζεται. Αυτός (ο Ωκεανός) διαιρείται σε τέσσερα μέρη, δηλαδή σε τέσσερις ποταμούς. Το όνομα του πρώτου είναι Φεισών, δηλαδή ο Γάγγης στην Ινδία. Το όνομα του δευτέρου είναι Γηών· αυτός είναι ο Νείλος, που πηγάζει από την Αιθιοπία και χύνεται στην Αίγυπτο. Το όνομα του τρίτου είναι Τίγρης και του τετάρτου Ευφράτης. Υπάρχουν βέβαια και πολλά άλλα μεγάλα ποτάμια, από τα οποία άλλα χύνονται στη θάλασσα και άλλα σκορπίζουν στην ξηρά. Γι’ αυτό όλη η ξηρά είναι διάτρητη και έχει υπόγεια νερά σαν φλέβες, μέσα από τις οποίες παίρνει τα θαλάσσια νερά και αναβλύζει τις πηγές. Και το νερό των πηγών είναι ανάλογο με την ποιότητα της γης. Διότι, το θαλασσινό νερό καθαρίζει και διϋλίζεται μέσα στη γη, και έτσι γίνεται γλυκό. Αν όμως το έδαφος του τόπου, απ’ όπου πηγάζει το νερό, είναι πικρό ή αλμυρό, τότε και το νερό είναι ανάλογο με το χώμα. Συχνά, επίσης, επειδή το νερό συμπιέζεται και εκτινάσσεται με πίεση, γίνεται ζεστό, και έτσι πηγάζουν τα φυσικά θερμά νερά. Με εντολή, λοιπόν, του Θεού υπάρχουν κοιλώματα στη γη, και μ’ αυτόν τον τρόπο τα νερά συγκεντρώθηκαν στις δεξαμενές τους· από εκεί δημιουργήθηκαν και τα βουνά. Πρώτα στο νερό, λοιπόν, έδωσε εντολή ο Θεός να βγάλει ζωντανούς οργανισμούς, επειδή επρόκειτο ν’ ανακαινίσει τον άνθρωπο με το νερό και με το Άγιο Πνεύμα, το οποίο στην αρχή της δημιουργίας κινούνταν πάνω από τα νερά. Αυτό βέβαια το είπε ο Μέγας Βασίλειος. Και έβγαλε το νερό μικρά και μεγάλα ζώα, θαλάσσια κήτη, δράκοντες, ιχθείς που έρπουν μέσα στα νερά και πτηνά που πετούν. Με τα πτηνά συνδέονται το νερό, η ξηρά και ο αέρας· διότι αυτά προήλθαν από τα νερά, ζουν στην ξηρά και πετούν στον αέρα. Το νερό μάλιστα είναι το πιο ωραίο στοιχείο της φύσεως και πολύ χρήσιμο· καθαρίζει, όχι μόνον τη σωματική βρωμιά, αλλά και την ψυχική, εφόσον δεχθεί τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Για τα πελάγη Ο Ελλήσποντος, που τελειώνει στην Άβυδο και τη Σηστό, διαδέχεται το Αιγαίο πέλαγος. Έπειτα είναι η Προποντίδα, η οποία καταλήγει στη Χαλκηδόνα και το Βυζάντιο, όπου είναι τα στενά από τα οποία αρχίζει ο Πόντος. Ακολουθεί η λίμνη Μαιώτις. Επίσης, στην άκρη της Ευρώπης και της Λιβύης είναι το Ιβηρικό πέλαγος, από τις Στήλες του Ηρακλή έως τα Πυρηναία Όρη. Μετά είναι το Λιγυστικό πέλαγος, που φθάνει στα πέρατα της Τυρηνίας. Μετά είναι το Σαρδόνιο πέλαγος, πάνω από την Σαρδηνία, και εκτείνεται κάτω προς τη Λιβύη· το Τυρρηνικό πέλαγος επίσης, που καταλήγει στη Σαρδηνία και αρχίζει από τα όρια της Λιγυστικής· έπειτα το Λυβικό πέλαγος· κατόπιν το Κρητικό, της Σικελίας, το Ιόνιο, της Αδριατικής, που απλώνεται στο πέλαγος της Σικελίας και που το ονομάζουν Κορινθιακό κόλπο ή Αλκυονίδα θάλασσα. Μετά είναι το Σαρωνικό πέλαγος, μεταξύ του Σουνίου και του Σκυλλαίου· ακολουθεί το Μυρτώο και Ικάριο πέλαγος, όπου βρίσκονται οι Κυκλάδες. Έπειτα είναι το Καρπάθιο, Παμφύλιο και Αιγυπτιακό πέλαγος. Ο παράπλους της Ευρώπης από τις εκβολές του ποταμού Τάναη (=Δον) έως τις Ηράκλειες στήλες είναι εξακόσια εννέα χιλιάδες επτακόσια εννέα στάδια· ο παράπλους της Λιβύης από τη Τίγγη (=Ταγγέρη) έως την είσοδο του Κανώβου (=Αβουκίρ) είναι διακόσια εννέα χιλιάδες διακόσια πενήντα δύο στάδια. Ο περίπλους της Ασίας από τον Κάνωβο έως τον ποταμό Τανάη με τις ακτές των κόλπων είναι τέσσερις χιλιάδες εκατόν ένδεκα στάδια. Παρόμοια, ο περίπλους όλης της οικουμένης μαζί με το μήκος των ακτών είναι ένα εκατομμύριο τριακόσιες εννέα χιλιάδες και εβδομήντα δύο στάδια.

ΚΕΦ. 24 Για τη γη και για όσα προέρχονται απ’ αυτήν.

Για τη γη και για όσα προέρχονται απ’ αυτήν. 

Η γη είναι ένα από τέσσερα στοιχεία της φύσεως· είναι ξηρό, ψυχρό, βαρύ και ακίνητο.
Ο Θεός τη δημιούργησε από το μηδέν την πρώτη ημέρα της δημιουργίας.
Διότι, (η Γραφή) λέει «ο Θεός δημιούργησε στην αρχή τον ουρανό και τη γη»· και κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίζει τη θέση και τη βάση της γης. Άλλοι λένε ότι έχει στηριχθεί και σταθεροποιηθεί πάνω στα νερά, όπως λέει ο προφήτης Δαβίδ: «Αυτός που τη στερέωσε πάνω στα νερά»· άλλοι πάλι λένε ότι στηρίζεται στον αέρα. Και άλλος λέει: «Αυτός που στήριξε τη γη πάνω στο τίποτε». Και πάλι ο προφήτης Δαβίδ λέει για λογαριασμό του Δημιουργού: «Εγώ στήριξα τους στύλους της γης»· και με τη λέξη «στύλοι» εννοεί τα θεμέλιά της που την συγκρατούν. Η φράση πάλι «θεμελίωσε τη γη στις θάλασσες» εννοεί ότι η γη περιβάλλεται από παντού με νερά. Έτσι, είτε δεχθούμε ότι η γη στηρίζεται στον εαυτό της, είτε στον αέρα, είτε στα νερά, είτε πάνω σε τίποτε, πρέπει να μην απομακρυνθούμε από τον ευσεβή λογισμό, αλλά να ομολογούμε ότι η δύναμη του Δημιουργού είναι που τα συγκρατεί όλα και τα συντηρεί. Στην αρχή, λοιπόν, όπως μας λέει η Αγία Γραφή, η γη καλυπτόταν από νερά και ήταν αδιαμόρφωτη, δηλαδή αστόλιστη. Όταν όμως έδωσε εντολή ο Θεός, σχηματίσθηκαν οι δεξαμενές των νερών και τότε φάνηκαν τα βουνά. Με τη θεία εντολή, η γη πήρε τον κατάλληλο στολισμό της, αφού ομόρφυνε με κάθε είδους χόρτα και φυτά. Μέσα σ’ αυτά ο Θεός, με εντολή του, έβαλε την αυξητική, θρεπτική και αναπαραγωγική δύναμη, που γεννά τα ίδια είδη. Επίσης, με πρόσταγμα του Δημιουργού, η γη έδωσε κάθε είδους ζώα, ερπετά, θηρία και κτήνη. Όλα, βέβαια, έγιναν για να τα έχει ο άνθρωπος στην αναγκαία χρήση· άλλα απ’ αυτά να τα έχει για φαγητό, όπως ελάφια, πρόβατα, ζαρκάδια και παρόμοια· άλλα να τα έχει για να τον υπηρετούν, όπως καμήλες, βόδια, άλογα, γαϊδούρια και τα όμοια· και άλλα να τα έχει για διασκέδαση, όπως τους πίθηκους και από τα πτηνά τις καρακάξες, τους παπαγάλους και τα παρόμοια. Από τα φυτά και τα βότανα, άλλα είναι καρποφόρα και φαγώσιμα, άλλα ευωδιαστά και ανθοστόλιστα, τα οποία μας έχουν δοθεί ως δώρα όπως τα τριαντάφυλλα και τα όμοια, και άλλα για θεραπεία από ασθένειες. Διότι δεν υπάρχει κανένα ζώο ούτε φυτό, μέσα στο οποίο ο Δημιουργός δεν έβαλε κάποια χρήσιμη ενέργεια για τις ανάγκες των ανθρώπων. Διότι ο Θεός, επειδή τα γνώριζε όλα πριν τα δημιουργήσει και γνώριζε επίσης ότι ο άνθρωπος πρόκειται θεληματικά να γίνει παραβάτης και να παραδοθεί στη φθορά, τα δημιούργησε όλα –αυτά που υπάρχουν στο στερέωμα, στη γη και το νερό– για να χρησιμοποιεί ο άνθρωπος κατάλληλα. Πριν, λοιπόν, από την παράβαση, όλα ήταν στην εξουσία του ανθρώπου, καθώς ο Θεός τον είχε καταστήσει άρχοντα όλων των κτισμάτων και της γης και των υδάτων. Και το φίδι μάλιστα ήταν εξοικειωμένο με τον άνθρωπο και τον πλησίαζε περισσότερο από τα άλλα ζώα και με ευχάριστες κινήσεις του σώματός του τον διασκέδαζε. Γι’ αυτό ο αρχέκακος Διάβολος μέσω αυτού εισηγήθηκε στους προπάτορες τη χειρότερη συμβουλή. Η γη πάλι αυτόματα παρήγαγε καρπούς για τις ανάγκες των ζώων που ήταν στην εξουσία του, και ούτε βροχή υπήρχε στη γη ούτε κακοκαιρία. Μετά την παράβαση όμως, όταν «μπλέχτηκε με τα ανόητα ζώα και έγινε όμοιος μ’ αυτά», έκανε ώστε η παράλογη επιθυμία να εξουσιάζει το λογικό νου του, διότι παράκουσε την εντολή του Δεσπότου. Τότε, η κτίση που ήταν κάτω από την εξουσία του ανθρώπου, καθώς είχε ορισθεί άρχοντάς της από το Δημιουργό, επαναστάτησε εναντίον του· έτσι πήρε την εντολή να εργάζεται με ιδρώτα τη γη, από την οποία προήλθε. Αλλά και η τωρινή χρησιμότητα των θηρίων δεν είναι χωρίς ωφέλεια, διότι μας προκαλούν φόβο και μας οδηγούν στην επίκληση της βοήθειας του Θεού. Και τα αγκάθια ακόμη που, σύμφωνα με απόφαση του Κυρίου, φύτρωσαν από τη γη μετά την παράβαση, μετά απ’ αυτήν συνδέθηκαν με την απόλαυση των τριαντάφυλλων, για να μας υπενθυμίζουν την παράβαση, εξαιτίας της οποίας η γη τιμωρήθηκε να βγάζει για μας αγκάθια και τριβόλια. Και ότι αυτά έτσι είναι, πρέπει να το πιστεύουμε από το γεγονός ότι μέχρι και σήμερα ο λόγος του Κυρίου ενεργεί τη διατήρησή τους· διότι είπε: «Ν’ αυξάνεσθε και να πολλαπλασιάζεσθε και να γεμίσετε τη γη». Ορισμένοι λένε ότι η γη είναι σφαιρική, ενώ άλλοι κωνική. Είναι βέβαια πολύ πιο μικρή από τον ουρανό, σαν μια κουκίδα που αιωρείται στο μέσον του. Αλλάκαι αυτή θα παρέλθει και θα μεταβληθεί. Και είναι μακάριος αυτός που κληρονομεί τη γη των πράων ανθρώπων· διότι η μέλλουσα γη που θα υποδεχθεί τους αγίους είναι αθάνατη. Ποιός, λοιπόν, μπορεί να εκφράσει θαυμασμό όπως αξίζει για την άπειρη και ακατάληπτη σοφία του Δημιουργού; Ή, ποιός μπορεί να ευχαριστήσει επάξια τον δοτήρα τόσων μεγάλων αγαθών;

ΚΕΦ. 25 Για τον Παράδεισο.

Για τον Παράδεισο. 

Επειδή επρόκειτο ο Θεός να πλάσει τον άνθρωπο από ορατή και αόρατη φύση, σύμφωνα με τη δική του εικόνα και ομοιότητα, σαν κάποιο βασιλιά και άρχοντα όλης της γης και των αγαθών της, γι’ αυτό το λόγο προετοιμάζει γι’ αυτόν κάτι σαν παλάτι, μέσα στο οποίο αν κατοικεί θα έχει μακάρια και τρισευτυχισμένη ζωή. Αυτός ο τόπος είναι ο θείος παράδεισος, τον οποίο ο Θεός έχει φυτέψει με τα χέρια του, ταμείο κάθε χαράς και ευχαριστήσεως. Διότι η λέξη Εδέμ σημαίνει απόλαυση. Ήταν βέβαια στην ανατολή και βρισκόταν πιο ψηλά απ’ όλη τη γη, αλλά είχε εύκρατο κλίμα και ακτινοβολούσε από λεπτό και πολύ καθαρό αέρα· ήταν κατάφυτος από αειθαλή φυτά, γεμάτος από ευωδία και φως, ο οποίος ξεπερνά στη φαντασία κάθε εποχή του έτους και ομορφιά· είναι πράγματι θείος τόπος και άξια κατοικία του ανθρώπου που πλάσθηκε κατ’ εικόνα Θεού, μέσα στον οποίο δεν σύχναζε κανένα από τα άλογα ζώα, αλλά μόνον ο άνθρωπος, το πλαστούργημα του Θεού. Και στο μέσον του Παραδείσου ο Θεός φύτευσε το δένδρο της ζωής και το δένδρο της γνώσεως. Το δένδρο της γνώσεως δόθηκε ως αφορμή, δοκιμασία και άσκηση της υπακοής και παρακοής του ανθρώπου. Γι’ αυτό και πήρε το όνομα «ξύλο της γνώσεως του καλού και του κακού»· διότι έδινε σε όσους το δοκίμαζαν τη δύναμη να γνωρίσουν τη φύση τους· αυτό όμως ήταν καλό για τους τέλειους, αλλά κακό για τους ατελείς και τους επιρρεπείς στις επιθυμίες· ακριβώς όπως η ξηρά τροφή κάνει κακό στα βρέφη που τρέφονται ακόμη με γάλα. Διότι ο Θεός που μας έπλασε δεν ήθελε να μεριμνάμε και ν’ ασχολούμαστε με πολλά, ούτε ακόμη να φροντίζουμε και να προνοούμε για τη δική μας τη ζωή. Εδώ όμως την έπαθε ο Αδάμ· διότι, μόλις γεύθηκε τον καρπό του δένδρου, αισθάνθηκε τη γύμνια του και φρόντισε να βάλει ένδυμα· πήρε δηλαδή φύλλα συκιάς και ντύθηκε. Ενώ, πριν από τη γεύση, και οι δύο, ο Αδάμ και η Εύα, ήταν γυμνοί, αλλά δεν ντρέπονταν. Διότι, τόσο πολύ ο Θεός ήθελε να είμαστε απαθείς (διότι η γυμνότητα είναι χαρακτηριστικό της τέλειας απάθειας). Ήθελε ακόμη να είμαστε αμέριμνοι, έχοντας ένας έργο, το αγγελικό, να δοξολογούμε δηλαδή ακατάπαυστα τον Πλάστη μας, να εντρυφούμε στη δική του θεωρία και να εμπιστευόμαστε σ’ Αυτόν τη φροντίδα του εαυτού μας. Αυτό μας το είπε και με τον προφήτη Δαβίδ, με τα εξής λόγια: « Άφησε τη μέριμνά σου στον Κύριο και Αυτός θα σε αναθρέψει». Αλλά και στα ιερά Ευαγγέλια δίδασκε τους μαθητές του με τα ακόλουθα λόγια: «Μη φροντίσετε για την ψυχή σας τί θα φάει, και για το σώμα τί θα φορέσει». Και συνεχίζει: «Ζητάτε τη Βασιλεία του Θεού και τη δικαίωση που Αυτός προσφέρει, και τα υπόλοιπα θα έλθουν στη ζωή σας». Και προς τη Μάρθα λέει: «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και ασχολείσαι με πολλά, αλλά ένα είναι αναγκαίο· η Μαρία έκανε την καλή επιλογή, την οποία δε θα τη χάσει ποτέ». Ως επιλογή της εννοούσε βέβαια ότι καθόταν στα πόδια του και άκουγε τα λόγια του. Τό δένδρο όμως της ζωής ήταν δένδρο που είχε ζωοπάροχη ενέργεια και ήταν φαγώσιμο μόνον απ’ αυτούς που ήταν άξιοι της ζωής και δεν υπόκεινταν στο θάνατο. Ορισμένοι βέβαια θεωρούσαν αισθητό τον παράδεισο, ενώ άλλοι νοητό. Εγώ όμως έχω τη γνώμη ότι, όπως ο άνθρωπος πλάστηκε και αισθητός και νοητός, έτσι και το ιερώτατο τέμενός του δημιουργήθηκε ταυτόχρονα αισθητό και νοητό και με διπλή όψη. Διότι, όπως εξιστορήσαμε, κατοικούσε με το σώμα στο θεϊκό και πανέμορφο τόπο, ενώ με την ψυχή ζούσε σε ακόμη ανώτερο και ασύγκριτο και πανέμορφο τόπο, έχοντας ως ένοικο της κατοικίας του το Θεό και ως ένδοξο ένδυμα τον ίδιο το Θεό· ήταν ντυμένος με τη Χάρη του και απολάμβανε το μοναδικό γλυκύτατο καρπό, τη θεωρία του προσώπου του, η οποία τον έτρεφε σαν άλλο άγγελο. Γι’ αυτό το λόγο, πανάξια πήρε το όνομα «δένδρο της ζωής». Διότι η γλυκύτητα της κοινωνίας με το Θεό μεταδίδει στους μετόχους της ζωή που δεν διακόπτεται από το θάνατο. Ο Θεός αυτό το ονόμασε «κάθε δένδρο» και είπε: «Από κάθε δένδρο που βρίσκεται στον Παράδεισο θα τρώτε»· διότι ο Ίδιος είναι το παν και με τη δύναμή του σχημάτισε τα πάντα. Το δένδρο της γνώσεως του καλού και του κακού είναι η διάκριση της κάθε είδους παρατηρήσεως. Και αυτή είναι η τέλεια γνώση της φύσεως, η οποία είναι βέβαια καλή για τους τέλειους και γι’ αυτούς που ζουν τη θεωρία του Θεού, διότι τους καθιστά γνωστή την παντοδυναμία του Δημιουργού και δεν φοβούνται την πτώση, καθώς με την πάροδο του χρόνου έχουν φθάσει σε κάποιο βαθμό αυτής της θεωρίας· δεν είναι όμως καλή για τους νέους και επιρρεπείς στις επιθυμίες, διότι η φροντίδα για το σώμα τους τραβά την προσοχή και τους αποσπά, καθώς είναι ασταθείς στην παραμονή στο αγαθό και δεν σταθεροποιήθηκαν ακόμη στην αφοσίωση στο μοναδικό καλό. Θεωρώ, λοιπόν, ότι ο θείος Παράδεισος έχει δύο έννοιες. Και οι θεοφόροι Πατέρες μας παρέδωσαν την αλήθεια, είτε δίδαξαν τη μία είτε την άλλη έννοια. Μπορούμε μάλιστα να ερμηνεύσουμε ότι η έκφραση «παν ξύλον» σημαίνει την τέλεια γνώση που προέρχεται από τα δημιουργήματα της θείας δυνάμεως, όπως λέει ο θείος Απόστολος: «Ο αόρατος κόσμος γίνεται αντιληπτός από τα κτιστά δημιουργήματα». Και απ’ όλες τις έννοιες και παρατηρήσεις πιο σπουδαία είναι αυτή που αναφέρεται σε μας, στη δική μας σύσταση, όπως λέει ο προφήτης Δαβίδ: «Από την γνώση του εαυτού μου θαυμάζω τη σοφία σου»· δηλαδή, από την παρατήρηση της φύσεώς μου. Αυτή όμως η γνώση ήταν επικίνδυνη για τον Αδάμ, που ήταν άπειρος, για τους λόγους που εκθέσαμε. Ή πρέπει να θεωρήσουμε ως δένδρο της ζωής την πιο βαθιά έννοια για το Θεό που προέρχεται από τα κτιστά, και την αναγωγή μέσω αυτών στον Πλάστη, Δημιουργό και Αίτιο όλων των όντων· και αυτό το ονόμασε «παν ξύλον», εννοώντας δηλαδή την πληρότητα και την ενότητα, που μας παρέχει την μοναδική μετοχή του καλού· και «δένδρο της γνώσεως του καλού και του κακού» ονόμασε την αισθητή και ηδονική βρώση, η οποία φαίνεται γλυκιά, αλλά στην πραγματικότητα οδηγεί αυτόν που την γεύεται στην μετοχή των κακών· διότι λέει ο Θεός: «Από κάθε δένδρο του Παραδείσου μπορείς να φας»· νομίζω είναι σαν να λέει ο Θεός, «με όλα τα κτιστά οδηγήσου σε μένα τον Πλάστη και δοκίμασε τον μοναδικό καρπό, εμένα,την όντως ζωή. Όλα ας σου προσφέρουν ως καρπό την ζωή, και την κοινωνία μαζί μου να την κάνεις συστατικό της υπάρξεώς σου· διότι έτσι θα γίνεις αθάνατος». «Και δεν θα φάτε από το δένδρο της γνώσεως του καλού και του κακού. Την ημέρα που θα φάτε απ’ αυτό, θα πεθάνετε». Διότι η αισθητή τροφή είναι από τη φύση της αναπλήρωση αυτών που αποβάλλονται και πηγαίνει στον αφεδρώνα και χάνεται· και είναι αδύνατον να μένει άφθαρτος αυτός που καταναλώνει την αισθητή τροφή.

ΚΕΦ. 26 Για τον άνθρωπο.

Για τον άνθρωπο.

 Έτσι, λοιπόν, δημιούργησε ο Θεός τις νοητές υπάρξεις, εννοώ τους αγγέλους και όλα τα ουράνια τάγματα –διότι αυτά ολοφάνερα έχουν νοερή και ασώματη φύση· λέγοντας «ασώματη φύση», την εννοώ σε σύγκριση με την παχύτητα της ύλης· διότι μόνον το θείο είναι πραγματικά άϋλο και ασώματο. Δημιούργησε ακόμη την αισθητή φύση, δηλαδή τον ουρανό, τη γη και τα ενδιάμεσά τους· και δημιούργησε από τη μια την νοητή φύση πλησιέστερη στο Θεό (διότι η λογική φύση είναι οικεία στο Θεό και γίνεται αντιληπτή μόνο με το νου) και από την άλλη την αισθητή φύση εντελώς μακριά του, επειδή γίνεται αντιληπτή μόνο με τις αισθήσεις. Αλλά έπρπε να δημιουργηθεί και σύνθεση από τις δύο φύσεις, ως γνώρισμα μεγαλύτερης σοφίας και γενναιοδωρίας προς τις φύσεις, όπως λέει ο θείος Γρηγόριος: σαν κάποιος σύνδεσμος «της ορατής και αόρατης φύσεως». Και λέω «έπρεπε», θέλοντας να δηλώσω τη θέληση του Δημιουργού· διότι αυτή αποτελεί τον πιο κατάλληλο θεσμό και νόμο, και κανείς δεν μπορεί να πει στον Πλάστη: «Γιατί μ’ έφτιαξες έτσι;». Διότι ο αγγειοπλάστης έχει τη δύναμη να φτιάχνει από την ίδια λάσπη διάφορα σκεύη, για να δείξει τη σοφία του. Όταν λοιπόν αυτά ήταν έτσι, ο Θεός δημιουργεί με τα χέρια του τον άνθρωπο και από ορατή και από αόρατη φύση, ν’ αποτελεί δική του εικόνα και ομοίωση· το σώμα το έπλασε από τη γη, ενώ με το δικό του φύσημα έδωσε τη λογική και νοερή ψυχή, πράγμα το οποίο το ονομάζουμε θεία εικόνα. Διότι το νοερό και το αυτεξούσιο του ανθρώπου δείχνει το «κατ’ εικόνα», ενώ η, όσο είναι δυνατόν, ομοιότητα στην αρετή δείχνει το «καθ’ ομοίωσιν». Και πλάσθηκαν συγχρόνως το σώμα και η ψυχή· όχι το ένα πρώτα και το άλλο έπειτα, σύμφωνα με τις φλυαρίες του Ωριγένη. Ο Θεός, λοιπόν, έπλασε τον άνθρωπο άκακο, απλό, ενάρετο, χαρούμενο, αμέριμνο, στολισμένο με κάθε αρετή, προικισμένα με όλα τα αγαθά, σαν κάποιον δεύτερο κόσμο, μικρό κόσμο μέσα σε μεγάλο, άλλο άγγελο, σύνθετο προσκυνητή, επόπτη της ορατής δημιουργίας, γνώστη των μυστηρίων της αόρατης, επίγειο βασιλιά που τον κυβερνά από ψηλά, ταυτόχρονα επίγειο και ουράνιο, πρόσκαιρο και αθάνατο, ορατό και νοητό, ενδιάμεσο μεταξύ μεγαλείου και μικρότητος, τον ίδιο και πνεύμα και σάρκα. Είναι σάρκα εξαιτίας της υπερηφάνειας και πνεύμα εξαιτίας της χάρης· το ένα, για να υποφέρει και υποφέροντας να θυμάται και να γίνεται συνετός, και το άλλο, για να μένει σταθερός και να δοξάζει τον ευεργέτη του φιλοτιμούμενος από το μεγαλείο του· τον έπλασε ζώσα ύπαρξη που κατ’ οικονομία ζει εδώ, δηλαδή στην παρούσα ζωή, αλλά που προορίζεται για αλλού, να μετοικήσει στη μέλλουσα ζωή· και το τέλος του μυστηρίου είναι ότι θεώνεται με την κίνησή του προς το Θεό· θεώνεται μάλιστα με την μετοχή στο θείο φωτισμό, αλλά χωρίς να μεταβάλλεται σε θεία ουσία. Και τον έπλασε αναμάρτητο στη φύση του και αυτεξούσιο στη θέλησή του. Λέγοντας «αναμάρτητο» δεν εννοώ ότι δεν είναι δεκτικός αμαρτίας –μόνον ο Θεός είναι ανεπίδεκτος αμαρτίας–, αλλά εννοώ ότι δεν έχει την αμαρτία στη φύση του, αλλά μάλλον στην προαίρεσή του· δηλαδή, έχει τη δύναμη να διατηρείται και να προοδεύει στο αγαθό, με τη βοήθεια της θείας χάριτος· και επίσης, μπορεί να παρεκτραπεί από το καλό και να οδηγηθεί στο κακό, με παραχώρηση του Θεού, εξαιτίας του αυτεξουσίου του· διότι, ό,τι γίνεται εξαναγκαστικά, δεν είναι αρετή. Η ψυχή, επίσης, είναι ζώσα ύπαρξη, απλή, ασώματη· η φύση της είναι αόρατη με τα μάτια του σώματος· είναι λογική και νοερή, χωρίς σχήμα· κατοικεί σε οργανικό σώμα και του παρέχει ζωή, ανάπτυξη, αντίληψη και γέννηση· δεν έχει τον νου σαν κάτι διαφορετικό από τον εαυτό της, αλλά σαν το πιο καθαρό στοιχείο της· διότι, όπως είναι το μάτι στο σώμα, έτσι είναι και ο νους για την ψυχή. Είναι αυτεξούσια και έχει θέληση και ενέργεια· είναι μεταβλητή, δηλαδή μεταβάλλεται σύμφωνα με τη θέλησή της, διότι είναι κτιστή. Όλα αυτά τα έχει λάβει με φυσική τάξη από τη χάρη του Δημιουργού της, η οποία της έδωσε και την ύπαρξη και τη φύση. Με πόσους τρόπους νοείται το ασώματο. Αντιλαμβανόμαστε τα ασώματα, τα αόρατα και τα άμορφα με δύο τρόπους: άλλα κατ’ ουσίαν και άλλα κατά χάριν· διότι τα πρώτα είναι από τη φύση τους, ενώ τα δεύτερα σε αντίθεση με την παχύτητα της ύλης. Για το Θεό βέβαια λέμε «ασώματος από τη φύση του», ενώ για τους αγγέλους, τους δαίμονες και τις ψυχές λέμε «ασώματοι χαριστικά και σε αντίθεση με την παχύτητα της ύλης». Σώμα είναι αυτό που έχει τρεις διαστάσεις, δηλαδή μήκος, πλάτος και βάθος ή πάχος. Καί κάθε σώμα συνίσταται από τέσσερα στοιχεία, ενώ τα σώματα των ζώων αποτελούνται από τέσσερις χυμούς. Πρέπει μάλιστα να γνωρίζουμε ότι τα τέσσερα στοιχεία είναι: η γη, που είναι ξερή και ψυχρή· το νερό, που είναι ψυχρό και υγρό· ο αέρας, που είναι υγρός και θερμός· η φωτιά, που είναι θερμή και ξερή. Το ίδιο και οι χυμοί είναι τέσσερις και αναλογούν στα τέσσερα στοιχεία: η μαύρη χολή, που αναλογεί στη γη (διότι είναι ξερή και ψυχρή)· το φλέγμα, που αναλογεί στο νερό (διότι είναι ψυχρό και υγρό)· το αίμα, που αναλογεί στον αέρα (διότι είναι υγρό και θερμό)· η ξανθή χολή, που αναλογεί στη φωτιά (διότι είναι θερμή και ξερή). Οι καρποί, λοιπόν, αποτελούνται από τα στοιχεία, οι χυμοί πάλι από τους καρπούς, ενώ τα σώματα των ζώων αποτελούνται από τους χυμούς, και αναλύονται σ’ αυτά· διότι καθετί που είναι σύνθετο, αναλύεται στα μέρη από τα οποία συντίθεται. Ότι ο άνθρωπος μετέχει και στα άψυχα και τα άλογα και τα λογικά όντα. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος έχει κοινά γνωρίσματα με τα άψυχα· ακόμη μετέχει στη ζωή των αλόγων ζώων και έχει πάρει τη νόηση από τα λογικά όντα. Τα κοινά, δηλαδή, γνωρίσματα με τα άψυχα είναι στο σώμα και στη σύνθεσή του από τέσσερα στοιχεία· με τα φυτά έχει κοινά στοιχεία τη θρεπτική δυνατότητα, την αυξητική και την σπερματική, δηλαδή την αναπαραγωγική· με τα άλογα ζώα έχει και τα παραπάνω, αλλά επιπλέον και τον πόθο, δηλαδή το θυμό και την επιθυμία, και ακόμη την αίσθηση και την ορμέμφυτη κίνηση. Οι αισθήσεις βέβαια είναι πέντε· η όραση, η ακοή, η όσφρηση, η γεύση, η αφή. Στην ορμέμφυτη όμως κίνηση ανήκει η ικανότητα να μεταβαίνει από τόπο σε σε τόπο, η ικανότητα της κινήσεως όλου του σώματος και η ικανότητα της φωνής και της αναπνοής· διότι από μας εξαρτάται να τα κάνουμε ή να μην τα κάνουμε. Ο άνθρωπος συνδέεται με το λογικό του με τις ασώματες και νοερές φύσεις, διότι συλλογίζεται, σκέφτεται και κρίνει το καθετί· επιδιώκει τις αρετές και ποθεί την κορωνίδα των αρετών, εννοώ την ευσέβεια· γι’ αυτό και ο άνθρωπος είναι ένας μικρός κόσμος. Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι αποκλειστικά χαρακτηριστικές ιδιότητες του σώματος είναι η τομή, η ρεύση και η μεταβολή. Μεταβολή βέβαια είναι αυτή που γίνεται σχετικά με την ποιότητα, δηλαδή η θέρμανση, η ψύξη και τα παρόμοια. Ρεύση πάλι είναι αυτή που γίνεται με το άδειασμα· αδειάζουν δηλαδή τα στερεά, τα υγρά και τα αέρια, και χρειάζεται η αναπλήρωσή τους· επομένως, η πείνα και η δίψα είναι φυσιολογικές μεταβολές. Τομή πάλι είναι ο διαχωρισμός των χυμών μεταξύ τους και η διαίρεσή τους σύμφωνα με τη μορφή και την υλική τους σύσταση. Χαρακτηριστικές πάλι ιδιότητες της ψυχής είναι η ευσέβεια και η νόηση. Ενώ οι αρετές αποτελούν κοινές ιδιότητες της ψυχής και του σώματος· αποδίδονται όμως στην ψυχή, διότι η ψυχή κυβερνά το σώμα. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι το λογικό από τη φύση του κυβερνά το άλογο· διότι οι δυνάμεις της ψυχής διαιρούνται σε λογικό και άλογο. Τα μέρη μάλιστα του αλόγου είναι δύο· το ένα είναι κουφό στη φωνή του λογικού, δεν υπακούει δηλαδή στη λογική, ενώ το άλλο είναι προσεκτικό και υπάκουο στη λογική. Ανυπάκουο βέβαια και απείθαρχο στη λογική είναι το ζωτικό μέρος της ψυχής, το οποίο ονομάζεται και σφυγμικό· επίσης και το σπερματικό μέρος, δηλαδή το αναπαραγωγικό και το φυτικό, το οποίο λέγεται και θρεπτικό· σ’ αυτό ανήκει και το αυξητικό μέρος, το οποίο και διαπλάθει το σώμα. Αυτά δεν τα εξουσιάζει η λογική, αλλά η φύση. Το μέρος πάλι της ψυχής που είναι προσεκτικό και υπάκουο στη λογική διαιρείται σε επιθυμία και θυμό. Μάλιστα, το άλογο μέρος της ψυχής ονομάζεται παθητικό και ορεκτικό (αυθόρμητο). Και πρέπει να γνωρίζουμε ότι η ορμέμφυτη κίνηση ανήκει στο μέρος της ψυχής που υπακούει στη λογική. Σ’ αυτό όμως που δεν υπακούει στη λογική ανήκει το θρεπτικό, το γεννητικό και το σφυγμικό. Το αυξητικό, το θρεπτικό και το γεννητικό ονομάζονται «φυτικό», ενώ το σφυγμικό καλείται «ζωτικό». Το θρεπτικό έχει τέσσερις δυνάμεις: την ελκτική, που έλκει την τροφή· την καθεκτική που κρατεί την τροφή και δεν της επιτρέπει να αποβληθεί αμέσως· την αλλοιωτική, που μεταβάλλει την τροφή σε χυμούς· την αποκριτική, η οποία αποβάλλει τα περιττώματα μέσω του αφεδρώνα και τα απορρίπτει από τον οργανισμό. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι από τις δυνάμεις που υπάρχουν στα όντα άλλες είναι ψυχικές, άλλες φυσικές και άλλες ζωτικές. Ψυχικές είναι αυτές που ανήκουν στην προαίρεση, δηλαδή η επιθυμία και η αίσθηση. Στην επιθυμία ανήκει η ικανότητα μεταβάσεως από τόπο σε τόπο, η κίνηση όλου του σώματος, η φωνητική και αναπνευστική ικανότητα· από μας εξαρτάται να τα ενεργούμε αυτά ή να μην τα ενεργούμε. Φυσικές και ζωτικές δυνάμεις είναι αυτές που ενεργούν χωρίς τη θέλησή μας. Φυσικές είναι η θρεπτική, η αυξητική και η αναπαραγωγική· ζωτική είναι η σφυγμική. Αυτές ενεργούν είτε το θέλουμε είτε όχι. Επίσης, πρέπει να γνωρίζουμε ότι άλλα από τα πράγματα είναι αγαθά και άλλα κακά. Το αγαθό που προσδοκάμε γεννά την επιθυμία, ενώ αυτό που έχει πραγματοποιηθεί γεννά την ευχαρίστηση. Παρόμοια, το προσδοκώμενο κακό δημιουργεί φόβο, ενώ τα πραγματοποιημένο λύπη. Και να γνωρίζουμε ότι λέγοντας αγαθό εννοούμε και το αληθινό αγαθό και το θεωρούμενο· το ίδιο εννούμε και με το κακό.

ΚΕΦ. 27 Για τις ηδονές.

 Για τις ηδονές. 

Από τις ηδονές άλλες είναι ψυχικές και άλλες σωματικές.

Ψυχικές βέβαια είναι όσες ανήκουν αποκλειστικά στην ίδια την ψυχή, όπως οι σχετικές με τις επιστήμες και τη γνώση.

Σωματικές πάλι είναι αυτές που απολαμβάνει από κοινού η ψυχή με το σώμα και γι’ αυτό ονομάζονται σωματικές, όπως είναι οι σχετικές με την τροφή, τη συνουσία και τα παρόμοια.
Αποκλειστικά μόνον σωματικές ηδονές δεν συναντάς. Άλλες πάλι ηδονές είναι πραγματικές και άλλες ψεύτικες· οι ηδονές αποκλειστικά του νου προέρχονται από τις επιστήμες και τη γνώση, ενώ οι σωματικές από τις αισθήσεις. Από τις σωματικές ηδονές άλλες είναι φυσιολογικές και αναγκαίες, διότι δεν υπάρχει ζωή χωρίς αυτές· τέτοιες είναι οι τροφές που χορταίνουν την πείνα και η απαραίτητη ένδυση. Άλλες είναι φυσιολογικές, όχι όμως απαραίτητες, όπως οι φυσικές και νόμιμες σαρκικές επαφές (διότι αυτές συντελούν στην αναπαραγωγή όλου του ανθρώπινου γένους· μπορεί όμωςνα ζήσει κάποια και με παρθενία). Άλλες πάλι ηδονές δεν είναι απαραίτητες ούτε φυσιολογικές, όπως η μέθη, η ακολασία και το υπερβολικό φαγητό· διότι δεν συντελούν ούτε στη διατήρηση της ζωής μας ούτε στην αναπαραγωγή του γένους· το αντίθετο, και βλάπτουν. Αυτός, λοιπόν, που ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού πρέπει ν’ απολαμβάνει τις απαραίτητες και φυσιολογικές ηδονές, να βάζει σε δεύτερη μοίρα τις φυσιολογικές αλλά όχι απαραίτητες ηδονές, –στον κατάλληλο χρόνο, με τον ορθό τρόπο και μέτρο–, και ν’ αποφεύγει τελείως τις άλλες. Πρέπει να θεωρούμε καλές ηδονές αυτές που δεν συνδέονται με την λύπη· αυτές που δεν προξενούν μεταμέλεια, ούτε δημιουργούν άλλη βλάβη, ούτε προχωρούν πέρα από το κανονικό, ούτε μας αποσπούν πολύ χρόνο από τις σοβαρές ασχολίες ούτε μας κάνουν δούλους.

ΚΕΦ. 28 Για την λύπη.

 Για την λύπη. 

Τά είδη της λύπης είναι τέσσερα· η κατάθλιψη, η στενοχώρια, ο φθόνος και η συμπάθεια.

Κατάθλιψη είναι η λύπη που μας αφαιρεί τη φωνή·

στενοχώρια είναι η λύπη που βαραίνει την ψυχή·

φθόνος είναι η λύπη για τα αγαθά των άλλων·

και συμπάθεια είναι η λύπη για τη ξένη δυστυχία.