Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός

Ασκητήριο του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού.


Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός είναι ένας από τους ποιητές και υμνογράφους της Αγίας μας Εκκλησίας. Κατεβαίνοντας μέσα στο ασκητήριο του, απορεί κανείς πως μέσα σε αυτόν τον τόσο μικρό χώρο μπορούσε να γράψει όλα εκείνα τα καταπληκτικά τροπάρια.

Μεταφραση

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 81 Πώς λέγεται ο μονογενής Υιός του Θεού πρωτότοκος.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 81 
Πώς λέγεται ο μονογενής Υιός του Θεού πρωτότοκος.

Πρωτότοκος είναι αυτός που γεννήθηκε πρώτος, είτε μονογενής είτε πριν από τους άλλους αδελφούς, Αν βέβαια λεγόταν ο Υιός του Θεού πρωτότοκος και δεν λεγόταν μονογενής, θα υπονοούσαμε ότι αυτός είναι πρωτότοκος από τα δημιουργήματα, επειδή τάχα είναι δημιούργημα. Επειδή όμως λέγεται και πρωτότοκος και μονογενής, πρέπει να διατηρήσουμε σ’ αυτόν και τα δύο. Τον ονομάζουμε «πρωτότοκο όλης της δημιουργίας», επειδή και ο ίδιος προήλθε από το Θεό και η κτίση έγινε από το Θεό· αυτός βέβαια, επειδή έχει γεννηθεί προαιωνίως μόνος από την ουσία του Θεού και Πατέρα, δικαιολογημένα θα ονομασθεί μονογενής Υιός και πρωτότοκος, όχι όμως πρωτοδημιούργητος. Διότι η κτίση δεν προήλθε από την ουσία του Πατέρα αλλά με το θέλημά του οδηγήθηκε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη. Είναι «πρωτότοκος ανάμεσα σε πολλούς αδελφούς», διότι ήταν μονογενής και από μητέρα και επειδή έγινε μέτοχος του αίματος και σάρκας με παρόμοιο τρόπο με μας και έγινε άνθρωπος. Μέσω αυτού γίναμε κι εμείς υιοί του Θεού, αφού υιοθετηθήκαμε με το βάπτισμα· ο ίδιος ο κατά φύσιν Υιός του Θεού έγινε πρωτότοκος μεταξύ μας, οι οποίοι από θέση και κατά χάρη υιοί του Θεού γίναμε και ονομασθήκαμε αδελφοί του. Γι’ αυτό έλεγε: «Ανεβαίνω προς τον Πατέρα μου και Πατέρα σας». Δεν είπε, «Πατέρα μας», αλλά «πατέρα μου», δείχνοντας τη φυσική σχέση· και είπε «Πατέρα σας» και «Θεό μου και Θεό σας» δείχνοντας τη χάρη. Δεν είπε «Θεό μας» αλλά «Θεό μου» –για να ξεχωρίσεις με λεπτές ιδέες το φαινόμενο από το νοούμενο– και «Θεό σας», ως δημιουργό και Κύριο. Συν.. Πρὸς τοὺς ἐρωτῶντας, εἰ ὑπὸ τὸ συνεχὲς ποσὸν ἀνάγονται ἢ ὑπὸ τὸ διωρισμένον αἱ δύο φύσεις1 Αἱ τοῦ κυρίου φύσεις οὔτε ἓν σῶμά Αἱ τοῦ κυρίου φύσεις οὔτε ἓν σῶμά εἰσιν, οὔτε ἐπιφάνεια οὔτε γραμμή, οὐ τόπος, οὐ χρόνος, ἵνα ὑπὸ τὸ συνεχὲς ποσὸν ἀναχθῶσι· ταῦτα γάρ εἰσι τὰ συνεχῶς ἀριθμούμενα. Ἥνωνται δὲ αἱ τοῦ κυρίου φύσεις ἀσυγχύτως καθ᾿ ὑπόστασιν καὶ διῄρηνται ἀδιαιρέτως λόγῳ καὶ τρόπῳ τῆς διαφορᾶς. Καὶ ᾧ μὲν τρόπῳ ἥνωνται, οὐκ ἀριθμοῦνται οὐ γὰρ λέγομεν δύο ὑποστάσεις εἶναι τὰς φύσεις τοῦ Χριστοῦ ἢ δύο κατὰ τὴν ὑπόστασιν, ᾧ δὲ τρόπῳ ἀδιαιρέτως διῄρηνται, ἀριθμοῦνται δύο γάρ εἰσι φύσεις λόγῳ καὶ τρόπῳ τῆς διαφορᾶς· ἡνωμέναι γὰρ καθ᾿ ὑπόστασιν καὶ ἐν ἀλλήλαις περιχωροῦσαι ἀσυγχύτως ἥνωνται τὴν εἰς ἀλλήλας μεταβολὴν οὐ δεξάμεναι, τὴν οἰκείαν ἑκάστῃ φυσικὴν διαφορὰν καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν διασῴζουσα· τὸ γὰρ κτιστὸν μεμένηκε κτιστόν, καὶ τὸ ἄκτιστον ἄκτιστον. Τῷ τρόπῳ τοίνυν τῆς διαφορᾶς καὶ μόνῳ ἀριθμούμεναι ὑπὸ τὸ διωρισμένον ποσὸν ἀναχθήσονται. Ἀδύνατον γὰρ τὰ κατὰ μηδὲν διαφέροντα ἀριθμεῖσθαι· καθὸ δὲ διαφέρουσι, κατὰ τοῦτο καὶ ἀριθμοῦνται, οἷον ὁ Πέτρος καὶ ὁ Παῦλος, καθὸ μὲν ἥνωνται, οὐκ ἀριθμοῦνται τῷ λόγῳ γὰρ τῆς οὐσίας ἑνούμενοι δύο φύσεις οὐδὲ εἰσὶν οὐδὲ λέγονται, καθ᾿ ὑπόστασιν δὲ διαφέροντες δύο ὑποστάσεις λέγονται. Ὥστε ἡ διαφορὰ αἰτία τοῦ ἀριθμοῦ.ῄ

ΚΕΦ. 82 Για την πίστη και το βάπτισμα.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 82 
Για την πίστη και το βάπτισμα.

Ομολογούμε, επίσης, ένα βάπτισμα για την άφεση των αμαρτιών μας και για αιώνια ζωή· διότι το βάπτισμα φανερώνει το θάνατο του Κυρίου. Με το βάπτισμα, λοιπόν, θαπτόμαστε μαζί με τον Κύριο, όπως λέει ο θείος Απόστολος. Όπως, δηλαδή, ο Κύριος πέθανε μία φορά, έτσι πρέπει και μία φορά να βαπτιζόμαστε· και να βαπτιζόμαστε μάλιστα, σύμφωνα μα τα λόγια τού Κυρίου «στο όνομα τού Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», ώστε να διδασκόμαστε την ομολογία της πίστεως στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Όσοι βέβαια, αφού βαπτίσθηκαν στο όνομα του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και διδάχθηκαν ότι η θεότητα είναι μία φύση σε τρεις υποστάσεις, μετά όμως πάλι βαπτίζονται, αυτοί ξανασταυρώνουν το Χριστό, όπως λέει ο θείος Απόστολος: «Διότι είναι αδύνατο αυτοί που μία φορά φωτίσθηκαν» καί τά λοιπά, «πάλι να επιστρέφουν στη μετάνοια· διότι με τη στάση τους ξανασταυρώνουν και διαπομπεύουν το Χριστό». Όσοι όμως δεν βαπτίσθηκαν στην Αγία Τριάδα, αυτοί πρέπει να ξαναβαπτίζονται. Διότι, αν και λέει ο Απόστολος ότι «βαπτισθήκαμε στο Χριστό και το θάνατό του», δεν λέει ότι έτσι πρέπει να γίνεται η επίκληση του βαπτίσματος, αλλ’ ότι το βάπτισμα αποτελεί τύπο του θανάτου του Χριστού· διότι το βάπτισμα με τις τρεις καταδύσεις συμβολίζει την τριήμερη ταφή του Κυρίου. Το να βαπτισθούμε, λοιπόν, στο όνομα του Χριστού φανερώνει το να βαπτιζόμαστε σ’ αυτόν με πίστη. Και είναι αδύνατο να πιστεύσουμε στο Χριστό, αν δεν αποδεχθούμε την ομολογία πίστεως στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Διότι ο Χριστός είναι ο Υιός του ζωντανού Θεού, τον οποίο ο Πατέρας έχρισε με το Άγιο Πνεύμα, όπως λέει ο προφήτης Δαβίδ: «Γι’ αυτό ο Θεός Πατέρας σου σε έχρισε με λάδι αγαλλιάσεως περισσότερο από τους μετόχους σου. Και ο Ησαΐας λέει εκ μέρους του Κυρίου: «Το Πνεύμα το Άγιο ήλθε πάνω μου και με έχρισε». Διδάσκοντας όμως ο Κύριος τους μαθητές του έλεγε την επίκληση: «Να τους βαπτίζετε στο όνομα του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Επειδή, δηλαδή, ο Θεός μάς έπλασε να είμαστε άφθαρτοι, όταν παρακούσαμε τη σωτήρια εντολή του μας τιμώρησε με τη φθορά του θανάτου, για να μη γίνει το κακό αθάνατο· από ευσπλαγχνία όμως έδειξε μακροθυμία σε μας τους δούλους του, έγινε σαν κι εμάς και μας λύτρωσε με το Πάθος του από τη φθορά· από την άγια και αμόλυντη πλευρά του πήγασε ο κρουνός της συγχωρήσεώς μας. Πήγασε νερό για να μας αναγεννήσει και να μας ξεπλύνει από την αμαρτία και τη φθορά, ενώ το αίμα ώς ποτό μας χάρισε την αιώνια ζωή. Ακόμη, μας έδωσε εντολές ν’ αναγεννηθούμε με το νερό και το Πνεύμα με προσευχή και επίκληση, καθώς το Άγιο Πνεύμα επιφοιτά στο νερό. Και επειδή ο άνθρωπος είναι διπλός, από ψυχή και σώμα, έδωσε να είναι διπλή και η κάθαρσή μας, με το νερό και το Πνεύμα. Το Πνεύμα από τη μια ανανεώνει μέσα μας το «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή», ενώ το νερό από την άλλη με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος καθαρίζει το σώμα από την αμαρτία και το απαλλάσσει από τη φθορά· διότι το νερό εικονίζει (με τον κατακλυσμό) το θάνατο, ενώ το Πνεύμα χορηγεί τον αρραβώνα της ζωής. Πράγματι, από την αρχή (της δημιουργίας) «το Πνεύμα του Θεού «πετούσε» πάνω από τα νερά». Και η Αγία Γραφή δίνει τη μαρτυρία από το Θεό ότι το νερό είναι καθαρτικό. Την εποχή του Νώε ο Θεός με τον κατακλυσμό των νερών ξέπλυνε την αμαρτία του κόσμου. Σύμφωνα με το νόμο, κάθε ακάθαρτος με το νερό ξεπλένεται· και τα ρούχα ακόμη με το νερό καθαρίζουν. Ο Ηλίας φανέρωσε τη χάρη του Πνεύματος ανάμεικτη με το νερό, καθώς μ’ αυτό έβαλε φωτιά στα σφάγια της θυσίας. Και όλα σχεδόν, σύμφωνα με το νόμο, καθαρίζονται με το νερό –διότι τα ορατά συμβολίζουν τα νοούμενα–, και γίνεται η αναγέννηση της ψυχής· διότι η πίστη, παρόλο που είμαστε δημιουργήματα, γνωρίζει με το Άγιο Πνεύμα να μας κάνει παιδιά του Θεού και να μας οδηγεί στην αρχαία μακαριότητα. Η άφεση των αμαρτιών, βέβαια, δίνεται όμοια σε όλους με το βάπτισμα, ενώ η χάρη του Πνεύματος δίνεται ανάλογα με την πίστη και τον αγώνα της καθάρσεως που προηγείται. Τώρα, όμως, με το βάπτισμα παίρνουμε την πρώτη δωρεά του Αγίου Πνεύματος, και η αναγέννηση με το βάπτισμα γίνεται για μας η αρχή νέας ζωής και σφραγίδα ασφάλεια και φωτισμός. Πρέπει μάλιστα με όλη τη δύναμή μας να διατηρούμε σίγουρα τον εαυτό μας καθαρό από βρωμερές πράξεις, ώστε να μη επιστρέψουμε πάλι σαν το σκυλί στα «ξεράσματά» του και κάνουμε ξανά τον εαυτό μας δούλο της αμαρτίας. «Διότι, η πίστη χωρίς τα έργα είναι νεκρή», όπως και τα έργα χωρίς την πίστη, επειδή η αληθινή πίστη αποδεικνύεται με τα έργα. Βαπτιζόμαστε στο όνομα της Αγίας Τριάδος, διότι τα ίδια τα βαπτιζόμενα χρειάζονται την Αγία Τριάδα για την ύπαρξη και διατήρησή τους· διότι δεν δυνατόν να μην παρούσες συγχρόνως οι τρεις υποστάσεις, επειδή η Αγία Τριάδα είναι αχώριστη. Πρώτο βάπτισμα είναι ο κατακλυσμός, για να κοπεί η αμαρτία. Δεύτερο βάπτισμα διαμέσου της θαλάσσης και της νεφέλης· διότι η νεφέλη συμβολίζει το Πνεύμα, ενώ η θάλασσα το νερό. Τρίτο βάπτισμα είναι το νομικό· διότι κάθε ακάθαρτος λουζόταν με το νερό, έπλενε τα ρούχα του και έπειτα εισερχόταν στο στρατόπεδο. Τέταρτο βάπτισμα ήταν του Ιωάννου, που ήταν εισαγωγικό και οδηγούσε τους βαπτισμένους σε μετάνοια, για να πιστέψουν στο Χριστό· «Εγώ, λέει, σας βαπτίζω με το νερό· αυτός όμως που έρχεται πίσω μου αυτός θα σας βαπτίσει με το Άγιο Πνεύμα και φωτιά». Καθαρίζει, λοιπόν, πρώτα ο Ιωάννης με το νερό για να δεχθούν το Πνεύμα. Πέμπτο βάπτισμα είναι του Κυρίου, το οποίο αυτός βαπτίσθηκε. Και βαπτίζεται όχι διότι χρειαζόταν κάθαρση, αλλά για να οικειοποιηθεί τη δική μου κάθαρση και να συντρίψει τα κεφάλια των δαιμόνων μέσα στο νερό, να ξεπλύνει την αμαρτία και να βουλιάξει όλο τον παλαιό Αδάμ μέσα στο νερό, ν’ αγιάσει τον βαπτιστή, να συμπληρώσει το νόμο, ν’ αποκαλύψει το μυστήριο της Τριάδος, να γίνει σε μας τύπος και υπογραμμός για το βάπτισμα. Βαπτιζόμαστε το τέλειο βάπτισμα του Κυρίου, αυτό που γίνεται με το νερό και το Πνεύμα. Λέγεται επίσης ότι ο Χριστός βαπτίζει με φωτιά· διότι με μορφή πυρίνων γλωσσών έχυσε πάνω στους αγίους Αποστόλους τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, όπως λέει ο ίδιος ο Κύριος: «Διότι ο Ιωάννης μας βάπτισε με νερό, ενώ εσείς θα βαπτισθείτε με το Άγιο Πνεύμα και τη φωτιά μετά από λίγες ημέρες»· ή (μας βαπτίζει) με το βάπτισμα της τιμωρίας της φωτιάς της μελλούσης κολάσεως. Έκτο βάπτισμα είναι της μετάνοιας και των δακρύων, που είναι πολύ κουραστικό. Έβδομο βάπτισμα είναι του αίματος και του μαρτυρίου, το οποίο και ο ίδιος ο Χριστός βαπτίσθηκε για χάρη μας, που είναι πολύ σεβαστό και μακάριο, διότι δεν μολύνεται με άλλη ακαθαρσία. Όγδοο και τελευταίο βάπτισμα, όχι σωτήριο, που καταστρέφει όμως την κακία και τιμωρεί αιώνια, καθώς δεν εξουσιάζει πλέον η κακία και η αμαρτία. Το Πνεύμα το Άγιο κατέβηκε πάνω στον Κύριο σαν περιστέρι με σώμα κάνοντας την πρώτη αρχή του δικού μας βαπτίσματος και τιμώντας το σώμα· διότι και αυτό, δηλαδή το σώμα, γίνεται με τη θέωση Θεός. (Εμφανίζεται σαν περιστέρι) επειδή από την αρχή αυτό είχε τη συνήθεια να φέρει την χαρμόσυνη είδηση του τέλους του κατακλυσμού. Στους αγίους Αποστόλους πάλι κατέβηκε σαν φωτιά· διότι (η φωτιά) δηλώνει το Θεό, «καθώς ο Θεός είναι φωτιά που όλα τα κατακαίει». Το λάδι στο βάπτισμα χρησιμοποιείται διότι δείχνει τη χρίση μας καθιστώντας μας χρισμένους· μας υπόσχεται την ευσπλαγχνία του Θεού μέσω του Αγίου Πνεύματος, επειδή και το περιστέρι έφερε κλαδί ελιάς σε όσους σώθηκαν από τον κατακλυσμό. Ο Ιωάννης βαπτίσθηκε ακουμπώντας το χέρι του στο ιερό κεφάλι του Κυρίου· βαπτίσθηκε επίσης και με το αίμα του. Δεν πρέπει ν’ αναβάλλεται το βάπτισμα, όταν έχει διαπιστωθεί η έμπρακτη πίστη αυτών που προσέρχονται. Αυτός που προσέρχεται με δόλο στο βάπτισμα περισσότερο θα καταδικασθεί παρά θα ωφεληθεί.

ΚΕΦ. 83 Για την πίστη.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 83 Για την πίστη.

Η πίστη βέβαια είναι δύο ειδών. «Υπάρχει δηλαδή πρώτα πίστη που δημιουργείται από την ακοή».

Ακούμε δηλαδή τις θείες Γραφές και πιστεύουμε στη διδαχή του Αγίου Πνεύματος.
Αυτή όμως γίνεται τέλεια, όταν είναι πίστη έμπρακτη σε όλα όσα ο Χριστός νομοθέτησε, όταν σέβεται και εφαρμόζει τις εντολές Αυτού που μας ανακαίνισε.

Αυτός που δεν πιστεύει σύμφωνα με την παράδοση της όλης Εκκλησίας ή συμμετέχει στις απαράδεκτες πράξεις του Διαβόλου, αυτός είναι ο άπιστος. (Δεύτερο είδος) «πίστεως είναι η πραγμάτωση όσων ελπίζουμε, η απόδειξη πραγμάτων που δεν βλέπουμε»· ή είναι αναμφίβολη και αδιάκριτη ελπίδα των υποσχέσεων του Θεού σε μας και η εκπλήρωση των αιτημάτων μας.

Το πρώτο είδος πίστεως είναι αποτέλεσμα της δικής μας θελήσεως, ενώ το δεύτερο αποτελεί ένα από τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος.

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι με το βάπτισμα αποκόπτεται όλο τό βάρος που είχαμε από τη δημιουργία μας, δηλαδή η αμαρτία, και γινόμαστε πνευματικός Ισραήλ και λαός του Θεού.

ΚΕΦ. 84 Για το σταυρό, και ακόμη για την πίστη.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 84 Για το σταυρό, και ακόμη για την πίστη. «Ο λόγος για το σταυρό αποτελεί ανοησία γι’ αυτούς που είναι να χαθούν, ενώ για όσους πρόκειται να σωθούν είναι δύναμη του Θεού. «Διότι ο άνθρωπος που έχει Πνεύμα Θεού τα εξετάζει όλα, ενώ ο άνθρωπος της λογικής δε δέχεται τα πνευματικά». Αποτελεί δηλαδή ανοησία για όσους δεν τον δέχονται με πίστη και δεν υπολογίζουν την αγαθότητα και παντοδυναμία του Θεού, αλλά εξετάζουν τα θεία με ανθρώπινους και φυσικούς λογισμούς· διότι όλα τα θεία ξεπερνούν τη φύση, τη λογική και τη σκέψη. Εάν δηλαδή κανείς σκεφτεί, πώς ο Θεός τα δημιούργησε όλα από την ανυπαρξία στην ύπαρξη και για ποιά αιτία, και θελήσει να τα συλλάβει με τη λογική της φύσεώς του, δεν θα τα καταφέρει· διότι αυτή η γνώση είναι ψυχική και διαβολική. Εάν όμως κάποιος, με οδηγό την πίστη, σκεφτεί ότι ο Θεός είναι αγαθός, παντοδύναμος, αληθινός, σοφός και δίκαιος, τότε θα διαπιστώσει ότι όλα είναι ομαλά και κανονικά και ο δρόμος ευθύς. Δεν είναι δυνατόν να σωθούμε χωρίς την πίστη· διότι όλα, και τα ανθρώπινα και τα πνευματικά, υφίστανται με την πίστη. Ούτε δηλαδή ο γεωργός χωρίς πίστη ανοίγει το αυλάκι του χωραφιού, ούτε ο έμπορος εμπιστεύεται τη ζωή του σε μικρό πλοίο μέσα στο φουρτουνιασμένο πέλαγος της θάλασσας, ούτε γάμοι γίνονται, ούτε κάτι άλλο από τα βιωτικά. Με την πίστη δεχόμαστε ότι όλα έχουν προέλθει από την ανυπαρξία στην ύπαρξη με τη δύναμη του Θεού· όλα, και τα θεία και τα ανθρώπινα, τα κατορθώνουμε με την πίστη. Η πίστη είναι συγκατάθεση χωρίς πολλή έρευνα. Κάθε πράξη βέβαια και κάθε θαύμα του Χριστού είναι πολύ μεγάλο, θείο και σπουδαίο, αλλά το πιο θαυμαστό απ’ όλα είναι ο τίμιος σταυρός του. Διότι, με τίποτε άλλο δεν καταργήθηκε ο θάνατος, δεν συγχωρέθηκε η αμαρτία του προπάτορά μας, δεν έχασε ο άδης τα θύματά του, δεν μας δόθηκε ως δώρο η ανάσταση, δεν μας δόθηκε η δύναμη να περιφρονούμε τα παρόντα και τον ίδιο ακόμη το θάνατο, δεν πετύχαμε την επανόδό μας στην παλαιά μακαριότητα, δεν μας ανοίχθηκε ο Παράδεισος, δεν κάθισε η φύση μας στα δεξιά του Θεού, δεν γίναμε παιδιά και κληρονόμοι του Θεού, παρά μόνον (πετύχαμε όλα τα παραπάνω) με το σταυρό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Με το σταυρό δηλαδή κατορθώσαμε όλα αυτά. Διότι, λέει ο Απόστολος, «όσοι βαπτισθήκαμε στο όνομα του Χριστού, δοκιμάσαμε το θάνατό του». Και όσοι βαπτισθήκαμε στο Χριστό, ντυθήκαμε το Χριστό. Ο Χριστός δηλαδή «είναι η δύναμη και η σοφία του Θεού». Να, ο θάνατος του Χριστού, δηλαδή ο σταυρός, μας έντυσε με την ενυπόστατη σοφία και δύναμη του Χριστού. Και το κήρυγμα για το σταυρό είναι δύναμη του Θεού ή διότι η δύναμη του Θεού, δηλαδή η νίκη σε βάρος του θανάτου, μας δόθηκε χάρη σ’ αυτόν, ή διότι, όπως ακριβώς οι τέσσερις κεραίες του σταυρού κρατούνται στέρεες από το κέντρο που υπάρχει στο μέσον, έτσι με τη δύναμη του Θεού συγκρατείται το ύψος και το βάθος, το μήκος και το πλάτος, δηλαδή όλη η ορατή και αόρατη δημιουργία. Αυτός (ο σταυρός) μας δόθηκε σαν σημάδι πάνω στο μέτωπό μας, όπως στον Ισραήλ δόθηκε η περιτομή· μ’ αυτόν οι πιστοί ξεχωρίζουμε από τους απίστους και γινόμαστε γνωστοί. Αυτός είναι η σημαία, το όπλο και το τρόπαιο ενάντια στο Διάβολο. Αυτός είναι η σφραφίδα, για να μην μας κτυπά ο εξολοθρευτής μας, όπως λέει η Αγία Γραφή. Αυτός είναι η ανάσταση των νεκρών, το στήριγμα αυτών που στέκονται, το ραβδί που μας ποιμαίνει, η χειραγωγία των μετανοούντων, η τελείωση αυτών που προοδεύουν, η σωτηρία της ψυχής και του σώματος, η απόκρουση όλων των κακών, ο πρόξενος όλων των αγαθών, η κατάργηση της αμαρτίας, το φυτό της αναστάσεως, το ξύλο της αιώνιας ζωής. Πρέπει λοιπόν να προσκυνούμε ως αληθινά σεβαστό αυτό το τίμιο ξύλο, πάνω στο οποίο ο Χριστός πρόσφερε για μας θυσία τον εαυτό του, διότι αγιάσθηκε με την αφή του αγίου σώματος και αίματός του· πρέπει να προσκυνούμε τα καρφιά, τη λόγχη, τα ενδύματα και τους αγίους τόπους του, όπως είναι η φάτνη, το σπήλαιο, ο σωτήριος Γολγοθάς, ο ζωοοποιός τάφος, η Σιών, η μητέρα των εκκλησιών και τα παρόμοια, όπως λέει ο θεοπάτορας Δαβίδ: «Θα εισέλθουμε στα σκηνώματά του, θα προσκυνήσουμε στον τόπο όπου καρφώθηκαν τα πόδια του». Ότι εννοεί το σταυρό, το φανερώνει και το επόμενο: «Αναστήσου, Κύριε, από το τόπο όπου έχεις αναπαυθεί»· διότι η ανάσταση ακολουθεί το σταυρό. Και αν οι ερωτευμένοι ποθούν πολύ το σπίτι, το κρεβάτι και το σκέπασμά τους, πόσο πολύ περισσότερο (δεν θα ποθούμε) τα πράγματα του Θεού και Σωτήρα μας, με τα οποία έχουμε σωθεί; Προσκυνούμε μάλιστα και το σχήμα του τιμίου και ζωοποιού σταυρού, ακόμη κι αν είναι κατασκευασμένο από διαφορετικό υλικό· διότι, αλίμονο, δεν τιμάμε την ύλη, αλλά το σχήμα σαν σύμβολο του Χριστού. Αφού στη διαθήκη του προς τους μαθητές του είπε: «Τότε το σημείο του Υιού του ανθρώπου θα φανερωθεί στον ουρανό», και εννοούσε το σταυρό. Γι’ αυτό και ο άγγελος, που παρουσιάσθηκε στις γυναίκες μετά την Ανάσταση, τίς είπε: «Ψάχνετε τον Ιησού το Ναζωραίο, τον σταυρωμένο;»· και ο Απόστολος είπε επίσης: «Εμείς κηρύσσουμε τον σταυρωμένο Χριστό». Πολλοί δηλαδή είναι οι «Χριστοί» και οι «Μεσίες», αλλά ένας ο σταυρωμένος. Και δεν είπε λογχισμένο, αλλά σταυρωμένο. Πρέπει, λοιπόν, να προσκυνάμε το σημείο του Σταυρού. Διότι όπου είναι αυτό το σημείο, και Αυτός εκεί θα είναι.Και την ύλη πάλι, από την οποία είναι φτιαγμένο το σχήμα του σταυρού, είτε είναι χρυσάφι είτε πολύτιμοι λίθοι, μετά τη διάλυση του σχήματος, εάν τυχόν συμβεί, δεν πρέπει να το προσκυνάμε. Διότι προσκυνάμε όλα τα αφιερώματα στο Θεό απονέμοντας το σεβασμό σ’ Αυτόν. Αυτόν τον τίμιο σταυρό προτύπωσε το ξύλο της ζωής που ο Θεός φύτευσε μέσα στον παράδεισο· επειδή, δηλαδή, ο θάνατος προήλθε από (τη γεύση) του ξύλου, έπρεπε και η ζωή και η ανάσταση να δοθεί μέσω ξύλου. Πρώτος ο Ιακώβ εξεικόνισε το σταυρό, με την προσκύνηση στην άκρη του ραβδιού του Ιωσήφ και όταν σταυροειδώς ευλόγησε με τα χέρια τα παιδιά του Ιωσήφ· το ραβδί του Μωϋσή, επίσης, διέγραψε με πολύ σαφή τρόπο το σημείο του σταυρού, όταν χτύπησε τη θάλασσα και έσωσε τον λαό του Ισραήλ καταποντίζοντας τον Φαραώ· το ίδιο και τα χέρια που υψώθηκαν σε σχήμα σταυρού και οι Αμαληκίτες νικήθηκαν· ακόμη, το πικρό νερό με το ξύλο έγινε γλυκό, ο βράχος (με το ξύλο) άνοιξε και πήγασε νερό· το ραβδί του Ααρών, επίσης, που δείχνει το ιερατικό αξίωμα· το φίδι ακόμη που οδηγείται σε θρίαμβο νεκρωμένο πάνω σε ξύλο· επειδή το ξύλο έσωζε αυτούς που έβλεπαν τον εχθρό να είναι νεκρός και όσοι πιστεύουν ότι ο Χριστός έχει σταυρωθεί με το σώμα της αμαρτίας, αν και είναι αναμάρτητος. Ο μεγάλος Μωϋσής λέει: «Θα δείτε αυτόν που είναι η ζωή σας να είναι κρεμασμένος σε ξύλο απέναντί σας»· και ο Ησαΐας λέει επίσης: «Όλη την ημέρα άπλωσα τα χέρια μου σε ανυπάκουο και αντιρρησία λαό». Όσοι προσκυνάμε αυτό (το ξύλο του σταυρού) μακάρι να αξιωθούμε την κληρονομιά του σταυρωμένου Χριστού. Αμήν.

ΚΕΦ. 85 Για την προσκύνηση προς την ανατολή.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 85 Για την προσκύνηση προς την ανατολή.

Δεν προσκυνάμε απλά και τυχαία προς την ανατολή, αλλά επειδή έχουμε πλασθεί από ορατή και αόρατη φύση, δηλαδή από νοητή και αισθητή, γι’ αυτό και προσφέρουμε στο Δημιουργό διπλή προσκύνηση, όπως ακριβώς ψάλλουμε και με το νου και με τα χείλη του σώματος, και όπως βαπτιζόμαστε με το νερό καί το Άγιο Πνεύμα, και όπως ενωνόμαστε με τον Κύριο με διπλό τρόπο, και με τη μετοχή στα μυστήρια και με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Επειδή, λοιπόν, ο Θεός είναι «νοητό φως» και «ήλιος της δικαιοσύνης» και επειδή ο Χριστός έχει μέσα στην Αγία Γραφή το όνομα «ανατολή», πρέπει να του αφιερώνουμε την ανατολή για προσκύνηση· διότι καθετί καλό πρέπει ν’ αφιερώνεται στο Θεό, από τον οποίο προέρχεται κάθε αγαθό. Λέει μάλιστα ο προφήτης Δαβίδ: «Οι βασιλείες της γης υμνείστε το Θεό, ψάλατε τον Κύριο που έχει ανεβεί στον ανώτατο ουρανό προς την ανατολή». Και ακόμη λέει η Γραφή: «Ο Θεός φύτευσε παράδεισο ανατολικά στην Εδέμ όπου εγκατάστησε τον άνθρωπο που έπλασε»· και όταν αυτός έκανε την παρακοή, τον εξόρισε από τον παράδεισο και τον εγκατάστησε «απέναντι από τον παράδεισο της απολαύσεως», δηλαδή προς τη δύση. Επιζητούμε, λοιπόν, την πρώτη πατρίδα μας και γι’ βλέπουμε προς αυτήν (ανατολικά) και προσκυνούμε το Θεό. Και η σκηνή του Μωυσή είχε το καταπέτασμα και το ιλαστήριο προς την ανατολή. Και η φυλή του Ιούδα, σαν η πιο εκλεκτή, ήταν παραταγμένη ανατολικά. Και στο φημισμένο Ναό του Σολομώντα η πύλη του Κυρίου ήταν προς την ανατολή. Ο Κύριος όμως, όταν σταυρωνόταν, έβλεπε προς τη δύση, και έτσι τον προσκυνούμε βλέποντας το πρόσωπό του. Και όταν αναλήφθηκε, προς την ανατολή ανέβαινε, και έτσι οι Απόστολοι τον προσκύνησαν· και πάλι έτσι θα έλθει (στη Δευτέρα Παρουσία), με τον τρόπο που τον είδαν ν’ αναλαμβάνεται στον ουρανό, όπως ο ίδιος ο Κύριος είπε: «Όπως η αστραπή βγαίνει από την ανατολή και φθάνει έως τη δύση, έτσι θα γίνει και η (δευτέρα) παρουσία του Υιού του ανθρώπου». Προσμένοντάς τον, λοιπόν, προσκυνούμε ανατολικά. Και αυτό αποτελεί άγραφη αποστολική παράδοση· διότι πολλά μας τα παράδωσαν χωρίς να τα γράψουν.

ΚΕΦ. 86 Για τα άγια και άχραντα μυστήρια του Κυρίου.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 86
Για τα άγια και άχραντα μυστήρια του Κυρίου.

Ο αγαθός και πανάγαθος και υπεράγαθος Θεός, που έχει την πληρότητα της αγαθωσύνης, εξαιτίας της υπερβολικής αγαθότητός του, δεν ήθελε να υπάρχει μόνον η δική του αγαθή φύση και κανείς να μην μετέχει σ’ αυτήν. Γι’ αυτό το λόγο πρώτα έπλασε τις νοερές και ουράνιες δυνάμεις, έπειτα τον ορατό και αισθητό κόσμο και τέλος τον άνθρωπο, που αποτελείται και από νοερό και από αισθητό μέρος. Όλα όσα Αυτός δημιούργησε μετέχουν στη δική του αγαθότητα όσον αφορά στην ύπαρξή τους· διότι Αυτός τους χάρισε την ύπαρξη, επειδή «τα δημιουργήματα υπάρχουν απ’ αυτόν»· όχι διότι μόνον Αυτός τα έφερε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη, αλλ’ επειδή η δική του ενέργεια συντηρεί και συγκρατεί τα δημιουργήματά του. Περισσότερο βέβαια τα ζωντανά πλάσματά του· διότι μετέχουν στο αγαθό και λόγω της υπάρξεώς τους και λόγω της μετοχής τους στο γεγονός της ζωής. Τα λογικά όντα πάλι μετέχουν περισσότερο, και στα προαναφερθέντα και στη λογική· διότι είναι πιο κοντά σ’ Αυτόν, αν και βέβαια Αυτός τα ξεπερνά σε ασύγκριτο βαθμό. Ο άνθρωπος, λοιπόν, με το να γίνει λογικός και αυτεξούσιος, έχει πάρει την εξουσία να ενώνεται συνεχώς με το Θεό μέσω της δικής του θελήσεως· με την προϋπόθεση βέβαια να παραμένει στο αγαθό, να υπακούει δηλαδή στο Δημιουργό. Επειδή, λοιπόν, έγινε παραβάτης της εντολής του Δημιουργού του και έπεσε στην κατάσταση του θανάτου και της φθοράς, ο Πλάστης και Δημιουργός του γένους μας, χάρη στην πολλή του ευσπλαγχνία, έγινε άνθρωπος όμοιος με μας σε όλα –εκτός από την αμαρτία–, και ενώθηκε με τη φύση μας. Επειδή δηλαδή μας μετέδωσε την εικόνα του και το πνεύμα του και δεν το τηρήσαμε, γίνεται ο ίδιος μέτοχος της φτωχής και αδύναμης φύσεώς μας, για να μας καθαρίσει και να μας κάνει άφθαρτους και μέτοχους και πάλι της θεότητός του. Έπρεπε, λοιπόν, όχι μόνον η πρώτη αρχή της φύσεώς μας (ο Αδάμ) να μετάσχει στο ανώτερο (Θεό), αλλά και κάθε άνθρωπος που θέλει, να μπορεί να ξαναγεννηθεί για δεύτερη φορά και να τραφεί με ξένη τροφή και κατάλληλη για την αναγέννησή του, και έτσι να φθάσει στην τελειότητα. Με τη γέννησή του βέβαια, δηλαδή με τη σάρκωση, το βάπτισμα, το πάθος και την ανάστασή του ελευθέρωσε τη φύση του προπάτορά μας από την αμαρτία, το θάνατο και τη φθορά και έγινε η πρώτη αρχή της αναστάσεως· έκανε τον εαυτό του παράδειγμα, τύπο και υπογραμμό, ώστε κι εμείς ν’ ακολουθήσουμε στ’ αχνάρια του· και, ενώ αυτός είναι φυσικός γιός, εμείς να γίνουμε θετοί γιοί και κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι δικοί του. Μας χάρισε, όπως είπα, δεύτερη γέννηση, ώστε όπως, όταν γεννηθήκαμε από τον Αδάμ, γίναμε όμοιοί του και κληρονομήσαμε την τιμωρία και τη φθορά, έτσι και τώρα που γεννηθήκαμε απ’ Αυτόν, να γίνουμε όμοιοί δικοί Του και να κληρονομήσουμε την αφθαρσία, την ευλογία και τη δόξα του. Ακόμη, επειδή ο ίδιος ο Αδάμ είναι πνευματικός, έπρεπε και η γέννησή του να είναι πνευματική· το ίδιο και η τροφή του. Αλλά επειδή ορισμένοι είμαστε διπλοί και σύνθετοι, πρέπει και η γέννησή μας να είναι διπλή, το ίδιο και η τροφή μας σύνθετη. Η γέννηση βέβαια μας δόθηκε με το νερό και το Άγιο Πνεύμα, εννοώ δηλαδή με το άγιο βάπτισμα· η τροφή μας όμως είναι ο ίδιος ο άρτος της ζωής που κατέβηκε από τον ουρανό, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Διότι, όταν επρόκειτο να καταδεχθεί τον εκούσιο θάνατο για χάρη μας, τη νύχτα που θα παρέδιδε τον εαυτό του άφησε νέα διαθήκη στους αγίους μαθητές και αποστόλους του και μέσω αυτών σε όλους όσοι πιστεύουν σ’ αυτόν. Στο υπερώο, λοιπόν, της αγίας και ενδόξου Σιών, αφού έφαγε το παλαιό Πάσχα με τους μαθητές του και ολοκλήρωσε την Παλαιά Διαθήκη, στη συνέχεια νίπτει τα πόδια των μαθητών του, παραδίδοντας σύμβολο του αγίου βαπτίσματος. Έπειτα έκοψε τον άρτο και τον μοίρασε σ’ αυτούς λέγοντας: «Πάρτε να φάτε, αυτό είναι το σώμα μου που κόπηκε (θυσιάστηκε) για τη συγχώρεση των αμαρτιών σας». Παρόμοια, πήρε και το ποτήριο με κρασί και νερό και τους το πρόσφερε λέγοντας: «Όλοι να πιείτε απ’ αυτό· αυτό είναι το αίμα της νέας διαθήκης που χύνεται για σας, να συγχωρεθούν οι αμαρτίες σας· αυτό να το κάνετε για να με θυμάστε. Όσες φορές δηλαδή τρώτε αυτόν τον άρτο και πίνετε αυτό το ποτήριο, κηρύσσετε το θάνατο του Υιού του ανθρώπου και ομολογείτε την ανάστασή του, έως να έλθει (πάλι με τη δευτέρα παρουσία του). Εάν, λοιπόν, «ο λόγος του Θεού είναι ζωντανός και δραστικός» και «ο Κύριος έκανε όλα όσα θέλησε», και ακόμη όταν είπε «να γίνει φως, και έγινε και να γίνει το στερέωμα, και έγινε»· «εάν οι ουρανοί στερεώθηκαν με το λόγο του Κυρίου, και όλη η δύναμή τους στηρίζεται στο πνεύμα που βγήκε από το στόμα του»· εάν ο ουρανός, η γη, το νερό, η φωτιά, ο αέρας και όλα τα συναφή τους δημιουργήθηκαν με το λόγο του Κυρίου, ακόμη και αυτή η αξιοθαύμαστη ύπαρξη, ο άνθρωπος· εάν με τη θέλησή του ο ίδιος ο Θεός Λόγος έγινε άνθρωπος και έκανε χωρίς ανδρικό σπέρμα σάρκα του τα καθαρά και αμόλυντα αίματα της Αγίας Αειπαρθένου, πώς θα του είναι αδύνατο να μεταβάλει τον άρτο σε σώμα του και το κρασί και το νερό σε αίμα του; Είπε στην αρχή (της δημιουργίας): «Η γη να βγάλει χορτάρι»· και μέχρι τώρα με τη βροχή που πέφτει η γη βγάζει τα ίδια χόρτα, διότι η θεία εντολή την παρακινεί και της δίνει δύναμη. Είπε ο Θεός: «Αυτό είναι το σώμα μου», και «αυτό είναι το αίμα μου», και «αυτό να το κάνετε για να με θυμάσθε»· και πράγματι, με το παντοδύναμο πρόσταγμά του, αυτό γίνεται έως να έλθει πάλι. Διότι έτσι είπε: «έως ότου έλθει». Και πέφτει βροχή για τη νέα καλλιέργεια με την επίκληση της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος που όλα τα σκεπάζει. Όπως δηλαδή όλα, όσα ο Θεός έφτιαξε, τα έφτιαξε με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, έτσι και τώρα η ενέργεια του Πνεύματος πραγματοποιεί τα υπερφυσικά, τα οποία δεν μπορεί να τα χωρέσει ο νους, παρά μόνον η πίστη. «Πώς θα μου συμβεί αυτό, αφού δεν έχω σχέση με άνδρα;», αναρωτιέται η αγία Παρθένος. «Της απαντά ο αρχάγγελος Γαβριήλ: «Το Άγιο Πνεύμα θα σε επισκεφτεί και η δύναμη του ύψιστου Θεού θα σε σκεπάσει». Και συ τώρα ρωτάς: πώς ο άρτος γίνεται σώμα Χριστού και το κρασί και το νερό αίμα Χριστού; Σου απαντώ εγώ: το Άγιο Πνεύμα τα επιφοιτά και τα μεταβάλλει υπερβαίνοντας τη λογική και τη σκέψη. Παίρνουμε (στη μετάληψη) άρτο και οίνο· διότι ο Θεός γνωρίζει την ανθρώπινη αδυναμία, η οποία αποφεύγει συνήθως αυτά τα οποία δεν τα γνώρισε με τη χρήση, αφού τη στενοχωρούν. Δείχνοντας, λοιπόν, τη γνωστή του συγκατάβαση πραγματοποιεί τα υπερφυσικά με μέσα γνωστά στη φύση μας. Και όπως στο βάπτισμα, επειδή οι άνθρωποι συνηθίζουν να λούζονται με νερό και να χρίονται με λάδι, σύνδεσε με το λάδι και το νερό τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και το έκανε λουτρό αναγεννήσεως, έτσι κι εδώ, επειδή οι άνθρωποι συνήθως τρώνε ψωμί και πίνουν νερό, σύνδεσε μ’ αυτά τα δύο τη θεότητά του και τα μετέβαλε σε σώμα και αίμα δικό του, ώστε με τα συνηθισμένα και φυσικά να οδηγούμαστε στα υπερφυσικά. Το σώμα που (κοινωνάμε) και προήλθε από την αγία Παρθένο είναι αληθινά σώμα ενωμένο με τη θεία φύση· δεν κατεβαίνει από τον ουρανό το σώμα που αναλήφθηκε, αλλά ο ίδιος ο άρτος και ο οίνος μεταβάλλονται σε σώμα και αίμα Θεού. Και εάν θέλεις να μάθεις τον τρόπο –πώς γίνεται–, σου αρκεί ν’ ακούσεις ότι γίνεται από το Άγιο Πνεύμα· όπως ακριβώς ο Κύριος πήρε για τον εαυτό του σάρκα από την αγία Θεοτόκο μέσω του Αγίου Πνεύματος. Και δεν γνωρίζουμε τίποτε περισσότερο, αλλά μόνον ότι ο Λόγος του Θεού είναι αληθινός, δραστήριος και παντοδύναμος, ενώ ο τρόπος (της σαρκώσεως) ανεξερεύνητος. Καλό είναι να πούμε και το εξής, ότι, όπως είναι φυσιολογικό στο φαγητό το ψωμί, το κρασί και το νερό με την πρόσληψή τους να μεταβάλλονται σε σώμα και αίμα αυτού που τα τρώει και τα πίνει, και δεν σχηματίζεται διαφορετικό σώμα από το προηγούμενο, έτσι και ο άρτος της προθέσεως, το κρασί και το νερό με την επίκληση και την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος μεταποιούνται με υπερφυσικό τρόπο στο σώμα και το αίμα του Χριστού· και δεν είναι δύο σώματα, αλλά ένα και το ίδιο. Και γίνεται σ’ αυτούς που με πίστη μεταλαμβάνουν επάξια άφεση των αμαρτιών, αιώνια ζωή και φυλακτήριο της ψυχής και του σώματός τους, ενώ, σε όσους με απιστία κοινωνούν ανάξια, γίνεται κολαστήριο και τιμωρία· όπως και ο θάνατος του Κυρίου έγινε στους πιστούς ζωή και αφθαρσία για ν’ απολαύσουν την αιώνια μακαριότητα, ενώ στους ανυπάκουους και φονιάδες του Κυρίου έγινε τιμωρία και αιώνια κόλαση. Ο άρτος και ο οίνος δεν είναι πρότυπο του σώματος και αίματος του Χριστού –αλίμονο–, αλλά είναι το ίδιο το θεωμένο σώμα του Κυρίου, όπως το είπε ο ίδιος ο Κύριος: «Αυτό είναι το σώμα μου», όχι πρότυπο του σώματος, και όχι πρότυπο του αίματος αλλά «το αίμα μου»· και πριν πει αυτό, είχε πει στους Ιουδαίους, ότι, «εάν δεν φάτε τη σάρκα του Υιού του ανθρώπου, δεν θα έχετε αιώνια ζωή. Διότι η σάρκα μου είναι αληθινό φαγητό και το αίμα μου αληθινό πιοτό»· και αλλού είπε: «Αυτός που με τρώει θα ζει». Γι’ αυτό με κάθε φόβο, με καθαρή συνείδηση και αμετεώριστη πίστη ας πλησιάσουμε· και οπωσδήποτε, εάν δεν αμφιβάλλουμε, θα συμβεί σε μας ανάλογα με την πίστη μας. Και ας τιμήσουμε αυτό με κάθε καθαρότητα, ψυχική και σωματική· διότι είναι διπλό. Ας το πλησιάσουμε με θερμό πόθο, και σταυρώνοντας τις παλάμες των χεριών μας να δεχθούμε το σώμα του σταυρωμένου (Κυρίου)· να προσηλώσουμε τα μάτια, τα χείλη και τα μέτωπα και να μεταλάβουμε το θείο άνθρακα, ώστε η φωτιά του πόθου μας να ενωθεί με τη φωτιά του άνθρακα, να κατακάψει τις αμαρτίες μας και να φωτίσει τις καρδιές μας· έτσι, με τη μετοχή μας στη θεία φωτιά να πυρποληθούμε και να θεωθούμε. Ο Ησαΐας είδε άνθρακα· και ο άνθρακας δεν είναι απλό ξύλο, αλλά ενωμένο με φωτιά· έτσι και ο άρτος της θείας κοινωνίας δεν είναι απλός άρτος, αλλά ενωμένος με τη θεότητα. Και το σώμα που έχει ενωθεί με τη θεότητα, δεν είναι μία φύση, αλλά άλλη είναι η φύση του σώματος και άλλη η φύση της θεότητος που είναι ενωμένη μ’ αυτό· επομένως, είναι και τα δύο μαζί, όχι μία αλλά δύο φύσεις. Ο Μελχισεδέκ, ο ιερέας του ύψιστου Θεού, φιλοξένησε τον Αβραάμ με άρτο και οίνο, όταν εκείνος επέστρεφε από τη σφαγή των αλλοεθνών. Η τράπεζα εκείνη προεικόνιζε αυτή τη μυστική τράπεζα, όπως ακριβώς εκείνος ο ιερέας ήταν τύπος και εικόνα του αληθινού αρχιερέα Χριστού. Διότι είπε (για το Χριστό): «Σύ είσαι αιώνιος ιερέας σύμφωνα με τον τύπο του Μελχισεδέκ». Και οι άρτοι της προθέσεως απεικόνιζαν αυτό τον άρτο. Διότι αυτή είναι η καθαρή θυσία, η αναίμακτη δηλαδή, την οποία μέσω του προφήτη όρισε ο Κύριος να του την προσφέρουμε από την ανατολή έως τη δύση του ήλιου. Είναι το σώμα και το αίμα του Χριστού που συνιστά την ψυχή και το σώμα μας, χωρίς να δαπανάται και να φθείρεται ή ν’ αποβάλλεται στον αφεδρώνα –ποτέ να μην γίνει κάτι τέτοιο– αλλά συνιστά την ουσία μας και τη συντηρεί· αποτελεί οχύρωμα για κάθε είδους βλάβη και καθαρτήριο κάθε ακαθαρσίας. Αν βέβαια δεχθεί νοθευμένο χρυσάφι, το καθαρίζει με την φωτιά της κρίσεως, για να μην καταδικασθούμε στη μέλλουσα κρίση μαζί με τον κόσμο. Καθαρίζει δηλαδή με αρρώστιες και κάθε λογής επιθέσεις, όπως λέει ο θείος απόστολος: «Εάν κρίναμε τον εαυτό μας, δεν θα κρινόμασταν. Κι όταν κρινόμαστε, ο Κύριος μας τιμωρεί, για να μην κατακριθούμε μαζί με τον κόσμο». Και αυτό είναι εκείνο που λέει: «Επομένως, αυτός που κοινωνεί ανάξια το σώμα και το αίμα του Κυρίου, τρώει και πίνει καταδίκη για τον εαυτό του». Καθαριζόμαστε μ’ αυτό και ενωνόμαστε με το σώμα του Κυρίου και με το Πνεύμα του και γινόμαστε σώμα Χριστού. Αυτός ο άρτος είναι η πρώτη αρχή του μελλοντικού άρτου μας, ο οποίος είναι ο επιούσιος· η λέξη «επιούσιος» σημαίνει ή τον μελλοντικό άρτο, της μέλλουσας δηλαδή ζωής, ή αυτόν που τρώμε για τη συντήρηση της υπάρξεώς μας. Είτε έτσι, λοιπόν, είτε αλλιώς, το σώμα του Κυρίου θα εννοηθεί κατάλληλα· διότι η σάρκα του Κυρίου είναι πνεύμα που ζωοποιεί, επειδή συνελήφθη από το ζωοποιό Πνεύμα. «Διότι αυτό που έχει γεννηθεί από το Πνεύμα είναι πνεύμα». Αυτό όμως το λέω χωρίς να καταργώ τη φύση του σώματος, αλλά θέλω να φανερώσω το ζωοποιό και θείο του γνώρισμα. Αν και ορισμένοι ονόμασαν τον άρτο και τον οίνο αντίτυπα του σώματος και του αίματος του Κυρίου, όπως είπε ο θεοφόρος Βασίλειος, δεν τα ονόμασαν μετά τον αγιασμό, αλλά προτού ν’ αγιασθούν, επειδή έτσι ονόμασαν την προσφορά. Λέγεται μετάληψη· διότι μ’ αυτήν μεταλαμβάνουμε τη θεότητα του Ιησού. Λέγεται και είναι αληθινή κοινωνία, επειδή μέσω αυτής βρισκόμαστε εμείς σε κοινωνία με το Χριστό και μετέχουμε στη σάρκα και τη θεότητά του. Ακόμη μέσω αυτής είμαστε σε κοινωνία και ενότητα μεταξύ μας. Επειδή δηλαδή μεταλαμβάνουμε από τον ένα άρτο, όλοι γινόμαστε ένα σώμα και ένα αίμα Χριστού και μεταξύ μας μέλη, με το να γινόμαστε σύσσωμοι του Χριστού. Γι’ αυτό, με όλη μας τη δύναμη ας προσέξουμε να μην παίρνουμε μετάληψη αιρετικών, ούτε να δίνουμε. Διότι ο Κύριος λέει, «μη δώστε τα άγια στους σκύλους μήτε τους μαργαρίτες σας να τους ρίψετε στα γουρούνια», για να μη γίνουμε συνένοχοι στην κακοδοξία τους και δεχθούμε τη δική τους τιμωρία. Διότι, αν (η μετάληψη) είναι βέβαιη ένωση με το Χριστό και μεταξύ μας, τότε οπωσδήποτε ενωνόμαστε με την προαίρεση με όλους όσοι μεταλαμβάνουν μαζί με μας· αφού αυτή η ένωση δεν γίνεται χωρίς τη συγκατάθεσή μας, αλλά με τη θέλησή μας. «Όλοι, δηλαδή, είμαστε ένα σώμα, διότι κοινωνάμε από το ένα άρτο», όπως λέει ο θείος απόστολος. Και λέγονται αντίτυπα των μελλοντικών, όχι διότι δεν είναι πραγματικά σώμα και αίμα Χριστού, αλλά διότι τώρα μόνο μ’ αυτά μετέχουμε στη θεία φύση του Χριστού, ενώ τότε νοητά με τη θέα του μόνον.

ΚΕΦ.87 Για τη γενεαλογία του Κυρίου και για την αγία Θεοτόκο.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 87 
Για τη γενεαλογία του Κυρίου και για την αγία Θεοτόκο.

Για την αγία και υπερύμνητη αειπάρθενο Θεοτόκο Μαρία στα προηγούμενα (κεφάλαια) εκθέσαμε με λεπτομέρειες και παρουσιάσαμε το σπουδαιότερο, ότι είναι και ονομάζεται κατεξοχήν και αληθινά Θεοτόκος· τώρα όμως θα συμπληρώσουμε τα υπόλοιπα. Αυτή δηλαδή ήταν προορισμένη από την προαιώνια και προγνωστική βούληση του Θεού και με διάφορες προεικονίσεις και λόγια των προφητών προεικονίστηκε και προαναγγέλθηκε με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος· και όταν ήλθε ο καθορισμένος καιρός, γεννήθηκε από τη γενιά του Δαβίδ σύμφωνα με τις υποσχέσεις που είχαν δοθεί σ’ αυτόν. Διότι λέει, «ο Κύριος υποσχέθηκε στ’ αλήθεια στο Δαβίδ και δε θα αθετήσει την υπόσχεση· (είπε) από τον καρπό των απογόνων σου θα βάλω στο θρόνο σου». Και αλλού λέει: «μία φορά υποσχέθηκα στον εκλεκτό μου, δεν θα πω ψέματα στο Δαβίδ. Οι απόγονοί του θα διατηρηθούν στους αιώνες· ο θρόνος του θα λάμπει σαν τον ήλιο μπροστά μου, σαν τη σελήνη θα είναι στέρεος στους αιώνες και στον ουρανό θα υπάρχει αξιόπιστος μάρτυρας». Και ο Ησαΐας λέει: «Θα προέλθει ραβδί από τον Ιεσσαί και θα βγει ανθός από τη ρίζα του». Ο Ματθαίος και ο Λουκάς, οι αξιόπιστοι ευαγγελιστές είπαν κατηγορηματικά ότι ο Ιωσήφ κατάγεται σίγουρα από τη φυλή του Δαβίδ. Αλλά, ενώ ο Ματθαίος αναφέρει ότι κατάγεται από το Δαβίδ μέσω του Σολομώντος, ο Λουκάς λέει από το Νάθαν. Τή γέννηση όμως της αγίας Παρθένου και οι δύο την αποσιώπησαν. Πρέπει, λοιπόν, να γνωρίζουμε ότι δεν συνήθιζαν οι Εβραίοι ούτε η Αγία Γραφή να γενεαλογούν γυναίκες. Υπήρχε νόμος να μη μνηστεύεται η μία φυλή από την άλλη. Ο Ιωσήφ πάλι, εφόσον καταγόταν από τη φυλή του Δαβίδ, όντας δίκαιος (διότι αυτό βεβαιώνει γι’ αυτόν το ιερό Ευαγγέλιο), δεν θα μνηστευόταν παράνομα την αγία Παρθένο, παρά μόνον αν καταγόταν από την ίδια βασιλική γενιά. Γι’ αυτό του ήταν αρκετό να δείξει την καταγωγή του Δαβίδ. Πρέπει μάλιστα να γνωρίζουμε και το εξής, ότι υπήρχε νόμος, όταν πέθαινε ένας άτεκνος άνδρας, ο αδελφός του να νυμφεύεται τη γυναίκα του πεθαμένου και να τεκνοποιεί για τον αδελφό του. Το παιδί που γεννιόταν ανήκε, σύμφωνα με τη φύση, στο δεύτερο (άνδρα), δηλαδή σ’ αυτόν που το γέννησε, ενώ, σύμφωνα με το νόμο, ανήκε σ’ αυτόν που είχε πεθάνει. Από τη γενιά, λοιπόν, του Νάθαν, του υιού του Δαβίδ, ο Λευΐ γέννησε το Μελχί και τον Πάνθηρα· ο Πάνθηρας γέννησε αυτόν που ονομάσθηκε Βαρπάνθηρας. Αυτός ο Βαρπάνθηρας γέννησε τον Ιωακείμ· και ο Ιωακείμ γέννησε την αγία Θεοτόκο. Από τη γενιά πάλι του Σολομώντα, του γιου του Δαβίδ, ο Ματθάν πήρε γυναίκα, από την οποία γέννησε τον Ιακώβ. Όταν πέθανε ο Ματθάν, ο Μελχί από τη φυλή του Νάθαν, γιός του Λευΐ, αδελφός του Πάνθηρα, νυμφεύθηκε τη γυναίκα του Ματθάν, τη μητέρα του Ιακώβ, και απ’ αυτήν απόκτησε τον Ηλεί. Ήταν, λοιπόν δύο αδελφοί από την ίδια μητέρα, ο Ιακώβ και ο Ηλεί· ο Ιακώβ ήταν από τη φυλή του Σολομώντα, ενώ ο Ηλεί από τη φυλή του Νάθαν. Πέθανε και ο Ηλεί, από τη φυλή του Νάθαν, άτεκνος· και πήρε ο Ιακώβ, ο αδελφός του από τη φυλή του Σολομώντα, τη γυναίκα του (του Ηλεί) και τεκνοποίησε για λογαριασμό του αδελφού του και γέννησε τον Ιωσήφ. Ο Ιωσήφ, δηλαδή, σύμφωνα με τη φύση είναι γιος του Ιακώβ από τη γενιά του Σολομώντα, ενώ σύμφωνα με το νόμο είναι γιος του Ηλεί από τη γενιά του Νάθαν. Ο Ιωακείμ λοιπόν πήρε για γυναίκα του τη σεμνή και αξιέπαινη Άννα. Και όπως ακριβώς η παλαιά Άννα, όντας στείρα, γέννησε το Σαμουήλ με προσευχή και υπόσχεση, έτσι και αυτή με προσευχή και υπόσχεση αποκτά τη Θεοτόκο με τη χάρη του Θεού, για να μη υπολείπεται και σ’ αυτό από καμιά ένδοξη προσωπικότητα. Γεννά, λοιπόν, η χάρη (διότι αυτό σημαίνει το όνομα Άννα) την Κυρία (και αυτό σημαίνει το όνομα της Μαρίας· διότι πράγματι έγινε αληθινή Κυρία, καθώς έγινε μητέρα του Δημιουργού όλων των δημιουργημάτων). Γεννιέται μάλιστα στο σπίτι του Ιωακείμ δίπλα στην Προβατική (κολυμβήθρα) και οδηγείται στο Ιερό (του Ναού του Σολομώντα). Έπειτα, με το να φυτευθεί στον οίκο του Θεού και να ευδοκιμήσει με το Πνεύμα, σαν πολυφορτωμένη ελιά, έγινε το σκεύος κάθε αρετής· απομάκρυνε το νου της από κάθε βιωτική και σαρκική επιθυμία, και έτσι διατήρησε την ψυχή της μαζί με το σώμα παρθένο, όπως έπρεπε, καθώς επρόκειτο στο μέλλον να εγκολπωθεί το Θεό· διότι, αυτός που είναι άγιος επαναπαύεται στους αγίους. Έτσι, λοιπόν, αποκτά αγιοσύνη και αναδεικνύεται ναός άγιος και θαυμαστός του ύψιστου Θεού. Ο εχθρός όμως της σωτηρίας μας παραμόνευε τις παρθένες κοπέλες εξαιτίας της προφητείας του Ησαΐα, που είπε «να, η παρθένος κόρη θα συλλάβει και θα γεννήσει γιο που θα τον ονομάσουν Εμμανουήλ και που σημαίνει ο Θεός είναι μαζί μας»· αλλά (ο Θεός) «που παγιδεύει τους σοφούς μέσα στην πανουργία τους», για να τον ξεγελάσει που καμάρωνε για τη σοφία του, (επιτρέπει) οι ιερείς να δώσουν την κοπέλα στον Ιωσήφ ως μνηστή του· το άγραφο βιβλίο δίνεται σ’ αυτόν που γνώριζε γράμματα. Η μνηστεία, λοιπόν, ήταν η ασφάλεια της Παρθένου και το ξεγέλασμα αυτού που παραμόνευε τις παρθένες. «Και όταν ήλθε ο προορισμένος χρόνος», ο άγγελος Κυρίου στάλθηκε προς αυτήν και της έφερε το ευχάριστο μήνυμα της συλλήψεως του Κυρίου. Και έτσι συνέλαβε τον Υιό του Θεού, την υποστατική δύναμη του Πατέρα, «χωρίς να ικανοποιήσει τη σαρκική επιθυμία ή τη θέληση ενός άνδρα», χωρίς δηλαδή σαρκική μίξη και ανδρικό σπέρμα, αλλά με τη θέληση του Πατέρα και τη συνεργία του Αγίου Πνεύματος. (Η Θεοτόκος) πρόσφερε στον κτίστη την κτίση του, στον πλάστη τη δημιουργία του, και στον Υιό του Θεού και Θεό την ενσάρκωση και την ενανθρώπηση από τις καθαρές και αμόλυντες σάρκες και από το αίμα της, ξεπληρώνοντας το χρέος της προμήτορος (Εύας). Διότι, όπως εκείνη πλάστηκε από τον Αδάμ χωρίς σαρκική ένωση, έτσι και αυτή γέννησε το νέο Αδάμ, ο οποίος γεννήθηκε και σύμφωνα με το νόμο της φύσεως και με τρόπο υπερφυσικό. Διότι αυτός, που γεννήθηκε από Πατέρα χωρίς μητέρα, γεννιέται από μητέρα χωρίς πατέρα. Η γέννησή του από μητέρα είναι φυσικό γεγονός, ενώ η γέννησή του χωρίς πατέρα είναι υπερφυσικό· η γέννησή του στον καθορισμένο χρόνο (γεννιέται αφού συμπλήρωσε εννέα μήνες κυοφορίας και εισήλθε στο δέκατο) είναι σύμφωνα με το νόμο της κυήσεως· η γέννησή του όμως χωρίς πόνους ξεπερνά τους νόμους της γεννήσεως· όπου δηλαδή δεν προηγήθηκε ηδονή, εκεί ούτε πόνος ακολούθησε, σύμφωνα με τα λόγια του προφήτη: «Γέννησε, πριν πονέσει»· και αλλού που λέει: «προτού να φθάσει η ώρα των πόνων, ξέφυγε και γέννησε αγόρι». Ο Υιός του Θεού, λοιπόν, και σαρκωμένος Θεός γεννήθηκε απ’ αυτήν· δεν γεννήθηκε σαν άνθρωπος που δέχθηκε μέσα του το Θεό (θεοφόρος), αλλά σαν Θεός που έλαβε σάρκα· δεν ήταν σαν προφήτης που χρίεται με ενέργεια, αλλ’ ήταν παρών όλος αυτός που χρίει, ώστε αυτός που έκανε τη χρίση να γίνει άνθρωπος και αυτός που χρίσθηκε να γίνει Θεός· χωρίς η φύση να μεταβληθεί αλλά να ενωθεί υποστατικά. Ο ίδιος ήταν και αυτός που έχριε και αυτός που χρίονταν· ως Θεός έχριε τον εαυτό του ως άνθρωπο. Πώς, λοιπόν, αυτή που γέννησε από τα σπλάγχνα της το σαρκωμένο Θεό δεν είναι Θεοτόκος; Ναι, πραγματικά και αληθινά είναι Θεοτόκος και Κυρία και Δέσποινα όλων των δημιουργημάτων, διότι έγινε δούλη και μητέρα του Δημιουργού. Και όπως Αυτός με τη σύλληψη διατήρησε παρθένο αυτήν που τον συνέλαβε, έτσι και με τη γέννηση του διατήρησε την παρθενία της απείραχτη, διότι μόνος πέρασε απ’ αυτήν και τη φύλαξε αλώβητη. Η σύλληψη έγινε με το άκουσμα (των λόγων του αγγέλου) και η γέννηση με τη συνηθισμένη έξοδο των εμβρύων (από την κοιλιά), αν και ορισμένοι πλάθουν μύθους ότι αυτός γεννήθηκε από την πλευρά της Θεοτόκου. Δεν ήταν, δηλαδή, αδύνατο για το Θεό και να περάσει από μέσα της και να μην πειράξει τη σφραγίδα της παρθενίας της. Η Αειπάρθενος παραμένει, λοιπόν, και μετά τον τόκο παρθένος, χωρίς, ώς το θάνατό της, να συνευρεθεί καθόλου με άνδρα. Διότι, αν και έχει γραφεί, «και (ο Ιωσήφ ο Μνήστωρ) δεν είχε σχέση μ’ αυτήν, ακόμη κι όταν γέννησε τον πρωτότοκο γιο της», πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο πρωτότοκος είναι αυτός που γεννήθηκε πρώτος, ακόμη κι άν ήταν μοναχογιός. Η λέξη «πρωτότοκος», δηλαδή, σημαίνει αυτόν που γεννήθηκε πρώτος, και δεν δηλώνει υποχρεωτικά και τη γέννηση άλλων (παιδιών). Η λέξη πάλι «έως» δείχνει βέβαια την προθεσμία του περιορισμένου χρόνου, αλλά δεν αποκλείει τα επακόλουθα. Λέει, για παράδειγμα, ο Κύριος: «Και να, εγώ είμαι μαζί σας όλες τις ημέρες έως το τέλος των αιώνων», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα τους αποχωρισθεί μετά το τέλος των αιώνων. Διότι λέει ο θείος απόστολος: «Και έτσι πάντοτε θα είμαστε μαζί με τον Κύριο», εννοώντας μετά την ανάσταση των πάντων. Πώς, δηλαδή, θα καταδεχόταν τη συνένωση με άνδρα, αφότου γέννησε το Θεό και γνώρισε το θαύμα από την πείρα των σημείων που έχουν ακολουθήσει; Μη βλασφημείς. Αυτές οι σκέψεις δεν χαρακτηρίζουν συνετό νου, και μήτε βέβαια κάποιον που να τα πράττει. Αυτή όμως η τρισευτυχισμένη, που αξιώθηκε τις υπερφυσικές δωρεές, δοκίμασε την ώρα του πάθους (του γιου της) τους πόνους που γλύτωσε κατά τον τοκετό της· από μητρική αγάπη υπέμεινε το σπαραγμό των σπλάγχνων της· Αυτόν που γνώρισε ως Θεό με τη γέννηση, τον βλέπει σαν κακούργο να σταυρώνεται· αυτές οι σκέψεις την ξεσκίζουν σαν κοφτερό μαχαίρι. Κι αυτή είναι η έννοια της φράσεως, «και τη δική σου ψυχή θα διατρυπήσει κοφτερό μαχαίρι». Αλλά, η χαρά της αναστάσεως διαλύει τη λύπη, διότι διακηρύσσει ότι αυτός που πέθανε με σάρκα είναι Θεός.