Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός

Ασκητήριο του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού.


Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός είναι ένας από τους ποιητές και υμνογράφους της Αγίας μας Εκκλησίας. Κατεβαίνοντας μέσα στο ασκητήριο του, απορεί κανείς πως μέσα σε αυτόν τον τόσο μικρό χώρο μπορούσε να γράψει όλα εκείνα τα καταπληκτικά τροπάρια.

Μεταφραση

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

ΚΕΦ. 40 Γι’ αυτά που συμβαίνουν.

Γι’ αυτά που συμβαίνουν. 

Απ’ αυτά που συμβαίνουν, άλλα εξαρτώνται από μας και άλλα όχι. Από μας εξαρτώνται αυτά τα οποία εμείς είμαστε ελεύθεροι να κάνουμε ή όχι, δηλαδή όλα αυτά που εκτελούμε με τη θέλησή μας (διότι δεν θα λέγαμε ότι κάνουμε κάτι με τη θέλησή μας, αν η πράξη δεν εξαρτάται από μας)· μ’ ένα λόγο, από μας εξαρτώνται όσα έχουν ως συνέπεια κατάκριση ή έπαινο και για όσα υπάρχει παραίνεση ή νόμος. Κυρίως εξαρτώνται από μας όσα ανήκουν στην ψυχή και για όσα αποφασίζουμε· διότι παίρνουμε απόφαση για τα ενδεχόμενα να συμβούν. Εξίσου ενδεχόμενο είναι αυτό που και το ίδιο μπορούμε να κάνουμε και το αντίθετό του· το επιλέγει όμως η διάνοιά μας και αποτελεί την αιτία της πράξεως. Αυτά, λοιπόν, είναι εκείνα που εξαρτώνται από μας, τα οποία είναι εξίσου ενδεχόμενα να συμβούν, όπως να κινούμαστε ή όχι, να σπεύδουμε ή όχι, να επιθυμούμε τα μη απαραίτητα ή όχι, να λέμε ψέματα ή όχι, να δίνουμε ή όχι, να χαιρόμαστε για όσα πρέπει, αλλά και το ίδιο να μην χαιρόμαστε για όσα δεν πρέπει, και όλα τα παρόμοια, στα οποία υπάγονται τα έργα της αρετής και της κακίας. Διότι όλα αυτά εξαρτώνται από την ελευθερία μας. Στα ενδεχόμενα, επίσης, να συμβούν ανήκουν και οι τέχνες· από μας εξαρτάται να ασκήσουμε όποια τέχνη θελήσουμε ή να μην ασκήσουμε. Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι η εκλογή αυτών που είναι δυνατόν να γίνουν πράξη εξαρτάται από μας· αλλά την πράξη εμποδίζει πολλές φορές κάποιο σχέδιο της θείας πρόνοιας.

ΚΕΦ. 41 Για ποιό λόγο δημιουργηθήκαμε αυτεξούσιοι.

Για ποιόν λόγο δημιουργηθήκαμε αυτεξούσιοι. 

Υποστηρίζουμε ότι το αυτεξούσιο εισέρχεται στον άνθρωπο αμέσως μαζί με το λογικό, και ότι η αλλαγή και μεταβολή είναι φυσικές ιδιότητες όσων γεννιούνται.

Διότι, κάθετι που γεννιέται είναι και μεταβλητό.
Καθώς, αφού η αρχή της δημιουργίας γίνεται με μεταβολή, είναι επόμενο τα όντα να είναι μεταβλητά.
Και μεταβολή σημαίνει να παραχθεί κάτι από το μηδέν και από προϋπάρχουσα ύλη να γίνει κάτι άλλο.

Τα άψυχα βέβαια και τα άλογα ζώα μεταβάλλονται σύμφωνα με τις σωματικές μεταβολές που προαναφέραμε, ενώ τα λογικά όντα σύμφωνα με την προαίρεσή τους.

Και από τα μέρη του λογικού, το ένα είναι θεωρητικό και το άλλο πρακτικό.
Θεωρητικό είναι αυτό που αντιλαμβάνεται σε ποιά κατάσταση είναι τα όντα, ενώ πρακτικό είναι αυτό που αποφασίζει και το οποίο ορίζει σε όσα μπορούν να γίνουν ως κριτήριο τον ορθό λόγο.

Και ονομάζουν το θεωρητικό νου, ενώ το πρακτικό λόγο· επίσης, ονομάζουν το θεωρητικό σοφία, ενώ το πρακτικό σύνεση.
Γι’ αυτό καθένας που σκέφτεται, σκέφτεται με την ιδέα ότι από τον εαυτό του εξαρτάται η απόφαση γι’ αυτά που μπορεί να γίνουν· έτσι ώστε να εκλέξει αυτό που προτίμησε με τη σκέψη, και, αφού το εκλέξει, να το πράξει.
Κι αν είναι έτσι τα πράγματα, τότε το αυτεξούσιο συνυπάρχει υποχρεωτικά με το λογικό. Διότι, ή δεν θα υπάρχει λογικό ή το λογικό θα είναι υπεύθυνο για τις πράξεις, και αυτεξούσιο. Γι’ αυτό και τα άλογα ζώα δεν είναι αυτεξούσια· η φύση τους τα κατευθύνει μάλλον παρά τα ίδια την κατευθύνουν· και δεν αντιδρούν στη φυσική επιθυμία, αλλά, όταν επιθυμήσουν κάτι, αμέσως κινούνται για εκπλήρωσή της. Ενώ ο άνθρωπος, επειδή είναι λογικός, μάλλον κατευθύνει τη φύση, παρά αυτή τον εξουσιάζει· γι’ αυτό, όταν επιθυμεί κάτι, μπορεί, αν θέλει, ή ν’ ανακόψει την επιθυμία του ή να την ακολουθήσει. Και για το λόγο αυτό, τα άλογα ζώα ούτε τα επαινούμε ούτε τα κατακρίνουμε, ενώ τον άνθρωπο και τον επαινούμε και τον κατακρίνουμε. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι οι άγγελοι, επειδή είναι λογικοί, είναι αυτεξούσιοι, και σαν δημιουργήματα είναι μεταβλητοί. Και το απόδειξε αυτό ο Διάβολος, ο οποίος, αν και δημιουργήθηκε αγαθός από το Δημιουργό, με ελεύθερη απόφασή του εφεύρε την κακία· το ίδιο έκαναν και οι αγγελικές δυνάμεις που επαναστάτησαν μαζί του, δηλαδή οι δαίμονες, ενώ τα υπόλοιπα αγγελικά τάγματα έμειναν σταθερά στο αγαθό.

ΚΕΦ. 42 Γι’ αυτά που δεν εξαρτώνται από μας.


Γι’ αυτά που δεν εξαρτώνται από μας. 

 Απ’ όσα δεν εξαρτώνται από μας, άλλα έχουν τις αρχές, δηλαδή την αιτία τους, σε μας, όπως οι αμοιβές των πράξεών μας στην παρούσα και μέλλουσα ζωή, ενώ τα υπόλοιπα εξαρτώνται από τη βουλή του Θεού.

Η δημιουργία, δηλαδή, όλων ανήκει στο Θεό, ενώ η φθορά τους εισάχθηκε από τη δική μας κακία, για να τιμωρηθούμε και ωφεληθούμε.
«Διότι ο Θεός δε δημιούρησε το θάνατο ούτε ευχαριστιέται από την απώλεια των ζωντανών».

Ο θάνατος μάλλον προήλθε από τον άνθρωπο, και συγκεκριμένα από την παράβαση του Αδάμ· το ίδιο και οι υπόλοιπες τιμωρίες.

Όλα όμως τα υπόλοιπα πρέπει να τα αποδώσουμε στο Θεό· διότι η δημιουργία μας είναι αποτέλεσμα της δημιουργικής του δυνάμεως· η διατήρησή μας ανήκει στην συντηρητική του δύναμη·

η διακυβέρνηση και η σωτηρία μας ανήκει στην πρόνοιά του· και η απόλαυση των αιώνιων αγαθών στην αγαθότητά του, για εκείνους που διατηρούν το «κατά φύσιν», για το οποίο και μας έπλασε.

Επειδή όμως ορισμένοι αρνούνται τη θεία πρόνοια, ας πουμε, λοιπόν, λίγα και για την πρόνοιά του.

ΚΕΦ. 43 Για την Πρόνοια


Για την Πρόνοια 

Πρόνοια είναι η φροντίδα που δείχνει ο Θεός για τα δημιουργήματα.

Και ακόμη:
Πρόνοια είναι η θέληση του Θεού, εξαιτίας της οποίας όλα τα όντα εκπληρώνουν τον κατάλληλο προορισμό τους.
Εάν η πρόνοια είναι θέληση του Θεού, είναι εντελώς απαραίτητο όλα όσα κάνει η πρόνοια σύμφωνα με τη λογική, να γίνονται όλο και πιο ωραία και θεοπρεπή και όσο γίνεται καλύτερα. Διότι είναι ανάγκη το ίδιο πρόσωπο να είναι και δημιουργός και προνοητής των όντων. Δεν είναι πρέπον και λογικό άλλος να είναι ο δημιουργός των όντων και άλλος ο προνοητής. Διότι έτσι και οι δύο θα είναι ελλιπείς, ο ένας σχετικά με τη δημιουργικότητα και άλλος με την πρόνοια. Ο Θεός, λοιπόν, είναι ο δημιουργός και προνοητής και η αγαθή θέλησή του αποτελεί τη δημιουργική, συντηρητική και προνοητική του δύναμη· «διότι, όλα όσα θέλησε ο Κύριος, τα δημιούργησε και στον ουρανό και στη γη», και κανείς δεν αντιστάθηκε στο θέλημά του. Θέλησε να γίνουν όλα, και έγιναν· θέλει να υπάρχει ο κόσμος, και υπάρχει· όλα, όσα θέλει, γίνονται. Μπορεί κανείς να κάνει πολύ ορθές σκέψεις για την πρόνοια του Θεού, και μάλιστα ότι είναι καλή. Να σκεφθεί, δηλαδή, ότι μόνον ο Θεός είναι από τη φύση του αγαθός και σοφός· και επειδή είναι αγαθός, προνοεί (διότι αυτός που δεν προνοεί δεν είναι αγαθός· απόδειξη αποτελεί ότι και οι άνθρωποι και τα ζώα προνοούν από τη φύση τους για τα παιδιά τους, ενώ αυτός που δεν τα φροντίζει κατηγορείται)· και επειδή (ο Θεός) είναι σοφός, φροντίζει για τα δημιουργήματα με τον καλύτερο τρόπο. Πρέπει, λοιπόν, έχοντας στραμμένη την προσοχή μας σ’ αυτά, όλα τα έργα της θείας πρόνοιας να τα θαυμάζουμε, να τα επαινούμε, να τα αποδεχόμαστε χωρίς να τα εξετάζουμε, ακόμη κι αν φαίνονται στους πολλούς άδικα· διότι η πρόνοια του Θεού μας είναι άγνωστη και ακατανόητη, και μόνον αυτός γνωρίζει τους λογισμούς, τις πράξεις μας και τα μέλλοντα. Και με όλα αυτά εννοώ όσα δεν εξαρτώνται από μας· όσα εξαρτώνται από μας, δεν είναι έργο της προνοίας του, αλλά της ελεύθερης βουλήσεώς μας. Και απ’ αυτά που ανήκουν στην πρόνοια Του, ο Θεός άλλα τα κάνει με ευχαρίστηση και άλλα με παραχώρηση. Με ευχαρίστηση κάνει όσα αναντίρρητα είναι καλά, ενώ με παραχώρηση όσα είναι κακά. Επιτρέπει, δηλαδή, πολλές φορές και ο δίκαιος να πέσει σε συμφορές, για να φανερώσει στους άλλους την αρετή που είναι κρυμμένη μέσα του, όπως συνέβη με τον Ιώβ. Άλλοτε επιτρέπει να συμβεί ένα παράδοξο γεγονός, για να πετύχει μ’ αυτό κάτι σπουδαίο και θαυμαστό, όπως με τον σταυρό πραγματοποίησε τη σωτηρία των ανθρώπων. Σε άλλη περίπτωση επιτρέπει να υποφέρει ο όσιος, για να μην ξεφύγει από την ορθή συνείδηση ή για να μην παρασυρθεί σε αλαζονεία από τη δύναμη και τη χάρη που του δόθηκε, όπως στην περίπτωση του Παύλου. Εγκαταλείπεται κάποιος για ορισμένο χρονικό διάστημα για να διορθωθεί ο άλλος, για να διδάσκονται δηλαδή οι άλλοι βλέποντας τη δυστυχία του, όπως έγινε με το Λάζαρο και τον πλούσιο· διότι είναι από τη φύση μας, όταν βλέπουμε κάποιους να υποφέρουν, να ζαρώνουμε από φόβο. Εγκαταλείπεται κάποιος όχι εξαιτίας των αμαρτιών του ή των αμαρτιών των γονέων του, αλλά για να δοξασθεί ένας άλλος, όπως ο εκ γενετής τυφλός εγκαταλείφθηκε για να δοξασθεί ο υιός του ανθρώπου. Παραχωρεί πάλι ο Θεός να κακοπαθήσει κάποιος για ν’ αυξηθεί ο ζήλος άλλου, με σκοπό από το μεγαλείο της δόξας του παθόντος να γίνουν και οι άλλοι ατρόμητοι στο μαρτύριο, με την ελπίδα της μελλοντικής δόξας και των μελλοντικών αγαθών, όπως γίνεται με τους μάρτυρες. Επιτρέπει, επίσης, να πέσει κάποιος ακόμη και σε αισχρή πράξη, για να διορθώσει το χειρότερο πάθος κάποιου άλλου· για παράδειγμα, υπερηφανεύεται κάποιος για τις αρετές και τα κατορθώματά του· παραχωρεί ο Θεός να πέσε σε πορνεία, ώστε αφού συναισθανθεί με την πτώση την αδυναμία του, να ταπεινωθεί και να προσέλθει να εξομολογηθεί στον Κύριο. Πρέπει, επίσης, να γνωρίζουμε ότι η εκλογή αυτών που πρέπει να κάνουμε εξαρτάται από μας, αλλά η εκτέλεση των αγαθών είναι έργο της βοήθειας του Θεού, ο οποίος δίκαια βοηθεί αυτούς που προτιμούν το αγαθό με ορθή συνείδηση, σύμφωνα με τη δική του πρόγνωση, ενώ η τέλεση των κακών είναι αποτέλεσμα της εγκαταλείψεως του Θεού, ο οποίος, σύμφωνα με την πρόγνωσή του, δίκαια εγκαταλείπει. Υπάρχουν δύο είδη της εγκαταλείψεως· υπάρχει δηλαδή εγκατάλειψη οικονομική και διδακτική και υπάρχει εγκατάλειψη που οδηγεί σε πλήρη απελπισία. Οικονομική και διδακτική είναι αυτή που γίνεται για διόρθωση, σωτηρία και δόξα αυτού που υποφέρει ή και για το ζήλο των άλλων και για μίμηση ή και για δόξα του Θεού. Η τέλεια όμως εγκατάλειψη γίνεται όταν, ενώ ο Θεός κάνει τα πάντα για τη σωτηρία του, ο άνθρωπος παραμένει μέ πρόθεσή του αναίσθητος και αδιόρθωτος, ή καλύτερα αθεράπευτος· τότε αφήνεται σε να χαθεί τελείως, όπως ο Ιούδας. Είθε να μας λυπηθεί ο Θεός και να μας γλυτώσει από τέτοιου είδους εγκατάλειψη. Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι της θείας πρόνοιας, οι οποίοι ούτε ο λόγος τους ερμηνεύει ούτε ο νους τους συλλαμβάνει. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι όλες οι λυπηρές δοκιμασίες οδηγούν στη σωτηρία εκείνους οι οποίοι τις δέχονται με ευχαρίστηση και οπωσδήποτε τους προξενούν ωφέλεια. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Θεός θέλει πάνω απ’ όλα όλοι να σωθούν και να κληρονομήσουν τη βασιλεία του· διότι δεν μας δημιούργησε για να μας τιμωρεί, αλλά για να μετάσχουμε στην αγαθότητά του, επειδή ο ίδιος είναι αγαθός. Θέλει όμως, επειδή είναι και δίκαιος, να τιμωρούνται αυτοί που αμαρτάνουν. Το πρώτο θέλημα, λοιπόν, ονομάζεται προηγούμενο θέλημα και ευδοκία, επειδή προέρχεται απ’ αυτόν (το Θεό), ενώ το δεύτερο λέγεται επόμενο θέλημα και παραχώρηση, επειδή προέρχεται από δική μας υπαιτιότητα. Και αυτή (η παραχώρηση) είναι δύο ειδών: η μία οικονομική και διδακτική για τη σωτηρία μας, η άλλη οδηγεί στην απελπισία και τέλεια τιμωρία, όπως έχουμε πει. Και αυτά ισχύουν για όσα δεν εξαρτώνται από μας. Απ’ αυτά πάλι που εξαρτώνται από μας, (ο Θεός) καταρχήν θέλει και συγκατατίθεται στα αγαθά, ενώ τα κακά και αληθινά επιζήμια ούτε στην αρχή ούτε κατόπιν τα θέλει· τα αφήνει στη διάθεση του αυτεξουσίου· διότι αυτό που γίνεται με πίεση ούτε λογικό είναι ούτε αρετή. Ο Θεός προνοεί για όλη την κτίση και μέσω της κτίσεως μας ευεργετεί και διδάσκει, πολλές φορές ακόμη και μέσω των δαιμόνων, όπως στην περίπτωση του Ιώβ, και των γουρουνιών.

ΚΕΦ. 44 Για την πρόγνωση και τον προορισμό. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Θεός όλα τα γνωρίζει εκ των προτέρων, αλλά δεν προαποφασίζει όλα· γνωρίζει, δηλαδή, εκ των προτέρων αυτά που εξαρτώνται από μας, αλλά δεν τα προαποφασίζει· διότι δεν θέλει ούτε την κακία να κάνουμε ούτε όμως μας εκβιάζει στην αρετή. Επομένως, ο προορισμός είναι έργο του προγνωστικού προστάγματος του Θεού. Επίσης, προαποφασίζει αυτά που δεν εξαρτώνται από μας λόγω της προγνώσεώς του· διότι έως τώρα ο Θεός, σύμφωνα με την πρόγνωσή του, τα προκαθόρισε όλα με κριτήριο την αγαθότητα και τη δικαιοσύνη του. Πρέπει, επίσης, να γνωρίζουμε ότι ο Θεός έδωσε την αρετή στη φύση μας, ότι ο ίδιος είναι η πηγή και η αιτία κάθε αγαθού και είναι αδύνατο χωρίς τη συνεργασία και βοήθειά του να θελήσουμε ή να κάνουμε κάτι καλό. Αλλά από μας εξαρτάται ή να μείνουμε σταθεροί στην αρετή και ν’ ακολουθήσουμε το Θεό που μας προσκαλεί προς αυτήν, ή να απομακρυνθούμε από την αρετή, που σημαίνει να οδηγηθούμε στην κακία και ν’ ακολουθήσουμε το Διάβολο που μας προσκαλεί χωρίς βία σ’ αυτήν· διότι τίποτε άλλο δεν είναι η κακία, παρά απομάκρυνση από το αγαθό, όπως ακριβώς το σκοτάδι είναι απομάκρυνση του φωτός. Παραμένοντας, λοιπόν, στη φυσική μας κατάσταση, είμαστε στην αρετή, ενώ παρεκκλίνοντας από τη φύση μας, δηλαδή την αρετή, ερχόμαστε στο παρά φύση και καταλήγουμε στην κακία. Μετάνοια είναι η επιστροφή, με άσκηση και κόπο, από την παρά φύση στη φυσική κατάσταση και από το Διάβολο στο Θεό. Ο Δημιουργός έπλασε τον άνθρωπο άνδρα στο φύλο· του μετάδωσε τη δική του θεία χάρη και τον έφερε σε κοινωνία μαζί του μέσω αυτής. Για το λόγο αυτό, ως κυρίαρχος, έδωσε με προφητικό χάρισμα τα ονόματα των ζώων, τα οποία του δόθηκαν για να τον υπηρετούν. Επειδή, δηλαδή, ο Θεός τον έπλασε κατ’ εικόνα του, να είναι λογικός, πνευματικός και αυτεξούσιος, δικαιολογημένα πήρε στα χέρια του από το Δημιουργό και Κύριο όλων την εξουσία σε όλη την κτίση. Επειδή όμως ο προγνώστης Θεός γνώριζε ότι ο άνδρας θα γίνει παραβάτης και θα πέσει στη φθορά, δημιούργησε απ’ αυτόν τη γυναίκα, «πλάσμα όμοιο και βοηθό του»· βοηθό μάλιστα ώστε, μετά την παράβαση, με τη γέννηση να γίνεται η αναπαραγωγή του ανθρώπινου γένους. Διότι η αρχική πλάση λέγεται δημιουργία και όχι γέννηση· δημιουργία δηλαδή είναι η αρχική πλάση, ενώ γέννηση η διαδοχή του γένους που προήλθε μετά την καταδίκη σε θάνατο εξαιτίας της παραβάσεως. (Ο Θεός) τοποθέτησε τον άνθρωπο σε νοητό και αισθητό παράδεισο· διότι, αν και ζούσε σωματικά μέσα σε αισθητό επίγειο παράδεισο, συναναστρεφόταν ψυχικά με τους αγγέλους, καλλιεργώντας θεία νοήματα και τρεφόμενος απ’ αυτά· ήταν γυμνός, ζώντας απλή και ανεπιτήδευτη ζωή, και ανυψωνόταν μέσω των δημιουργημάτων μόνο προς το Δημιουργό· αισθανόταν ευχαρίστηση και χαρά με τη θεωρία του Θεού. Αφού, λοιπόν, στόλισε τη φύση του (του ανθρώπου) με το αυτεξούσιο θέλημα, του έδωσε εντολή να μη φάει από το δένδρο της γνώσεως. Γι’ αυτό το δένδρο έχουμε πει αρκετά –όσα μπορούσαμε– στο κεφάλαιο σχετικά με τον Παράδεισο. Αυτή την έντολή έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο, με την υπόσχεση ότι, εάν διαφυλάξει την αξία της ψυχής, χαρίζοντας τη νίκη στο λογικό, το οποίο θα αναγνωρίζει το Δημιουργό και θα τηρεί την εντολή του, τότε θα γίνει μέτοχος της αιώνιας μακαριότητας και θα ζει αιώνια, διότι θα φανεί ανώτερος από το θάνατο. Εάν όμως υποδουλώσει την ψυχή στο σώμα και προτιμήσει τις σωματικές απολαύσεις, λησμονώντας την προσωπική του αξία και εξομοιούμενος με τα άλογα ζώα, επειδή έδιωξε από πάνω του τη χάρη του Δημιουργού και αρνήθηκε να τηρήσει τη θεία εντολή του, τότε θα είναι υπόλογος σε θάνατο και θα δοκιμάσει τη φθορά και τον πόνο, ζώντας άθλια ζωή. Διότι δεν ήταν ωφέλιμο να γίνει αθάνατος χωρίς πειρασμούς και δοκιμασία, για να μην υπερηφανευθεί και πέσει σε πτώση ανάλογη με του Διαβόλου. Εκείνος δηλαδή, επειδή ήταν άφθαρτος, μετά τη θεληματική πτώση του, απόκτησε την αμετανόητη και μόνιμη παγίωσή του στο κακό· όπως, επίσης, από την άλλη πλευρά οι άγγελοι, μετά την εκούσια επιλογή της αρετής από μέρους τους, απόκτησαν με τη χάρη την αμετακίνητη διαμονή τους στο καλό. Έπρεπε, λοιπόν, αφού πρώτα δοκιμασθεί ο άνθρωπος –διότι άνθρωπος χωρίς πειρασμό και δοκιμασία δεν έχει καμιά αξία– και αφού φθάσει στην τελειότητα με την εμπειρία της τηρήσεως της εντολής, ν’ αποκομίσει μ’ αυτό τον τρόπο την αρετή ως βραβείο της αρετής. Καθώς, λοιπόν, ο άνθρωπος δημιουργήθηκε ενδιάμεσος μεταξύ Θεού και ύλης, αφού ενωθεί με το Θεό χάρη στη συνήθεια που πήρε να τηρεί την εντολή Του και μετά την απαλλαγή από το φυσικό δεσμό με τα υλικά πράγματα, επρόκειτο να αποκτήσει μόνιμη τη σταθερότητα στο καλό. Αντίθετα με την παράβαση, αφού ο άνθρωπος στράφηκε περισσότερο προς τα υλικά και απομάκρυνε το νου του από το δημιουργό του Θεό, επρόκειτο να εξοικειωθεί με τη φθορά και να καταντήσει από απαθής παθητός και από αθάνατος θνητός· να έχει επίσης ανάγκη από συνεύρεση και σπερματική γέννηση και από πόθο για τη ζωή να προσκολλάται στις απολαύσεις, επειδή τάχα αυτές τη συνθέτουν· και να αισθάνεται μεγάλη αποστροφή σε όσους προσπαθούν να του στερήσουν τις απολαύσεις· και έστρεψε την επιθυμία του από το Θεό προς την ύλη και το θυμό του από τον πραγματικό εχθρό της σωτηρίας του προς τους συνανθρώπους του. Ο άνθρωπος, λοιπόν, νικήθηκε από φθόνο του Διαβόλου· ο φθονερός και μισόκαλος δαίμονας δεν άντεχε να πετύχουμε εμείς την ουράνια βασιλεία, ενώ ο ίδιος έπεσε από υπερηφάνεια· γι αυτό ο ψεύτης με δόλωμα την ισοθεΐα πέτυχε να παρασύρει το δυστυχή άνθρωπο και, αφού τον ανέβασε στο ύψος της δικής υπερηφάνειας,τον γκρέμισε στο δικό του βάραθρο της πτώσεως.


Για την πρόγνωση και τον προορισμό. 

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Θεός όλα τα γνωρίζει εκ των προτέρων, αλλά δεν προαποφασίζει όλα· γνωρίζει, δηλαδή, εκ των προτέρων αυτά που εξαρτώνται από μας, αλλά δεν τα προαποφασίζει· διότι δεν θέλει ούτε την κακία να κάνουμε ούτε όμως μας εκβιάζει στην αρετή. Επομένως, ο προορισμός είναι έργο του προγνωστικού προστάγματος του Θεού. Επίσης, προαποφασίζει αυτά που δεν εξαρτώνται από μας λόγω της προγνώσεώς του· διότι έως τώρα ο Θεός, σύμφωνα με την πρόγνωσή του, τα προκαθόρισε όλα με κριτήριο την αγαθότητα και τη δικαιοσύνη του. Πρέπει, επίσης, να γνωρίζουμε ότι ο Θεός έδωσε την αρετή στη φύση μας, ότι ο ίδιος είναι η πηγή και η αιτία κάθε αγαθού και είναι αδύνατο χωρίς τη συνεργασία και βοήθειά του να θελήσουμε ή να κάνουμε κάτι καλό. Αλλά από μας εξαρτάται ή να μείνουμε σταθεροί στην αρετή και ν’ ακολουθήσουμε το Θεό που μας προσκαλεί προς αυτήν, ή να απομακρυνθούμε από την αρετή, που σημαίνει να οδηγηθούμε στην κακία και ν’ ακολουθήσουμε το Διάβολο που μας προσκαλεί χωρίς βία σ’ αυτήν· διότι τίποτε άλλο δεν είναι η κακία, παρά απομάκρυνση από το αγαθό, όπως ακριβώς το σκοτάδι είναι απομάκρυνση του φωτός. Παραμένοντας, λοιπόν, στη φυσική μας κατάσταση, είμαστε στην αρετή, ενώ παρεκκλίνοντας από τη φύση μας, δηλαδή την αρετή, ερχόμαστε στο παρά φύση και καταλήγουμε στην κακία. Μετάνοια είναι η επιστροφή, με άσκηση και κόπο, από την παρά φύση στη φυσική κατάσταση και από το Διάβολο στο Θεό. Ο Δημιουργός έπλασε τον άνθρωπο άνδρα στο φύλο· του μετάδωσε τη δική του θεία χάρη και τον έφερε σε κοινωνία μαζί του μέσω αυτής. Για το λόγο αυτό, ως κυρίαρχος, έδωσε με προφητικό χάρισμα τα ονόματα των ζώων, τα οποία του δόθηκαν για να τον υπηρετούν. Επειδή, δηλαδή, ο Θεός τον έπλασε κατ’ εικόνα του, να είναι λογικός, πνευματικός και αυτεξούσιος, δικαιολογημένα πήρε στα χέρια του από το Δημιουργό και Κύριο όλων την εξουσία σε όλη την κτίση. Επειδή όμως ο προγνώστης Θεός γνώριζε ότι ο άνδρας θα γίνει παραβάτης και θα πέσει στη φθορά, δημιούργησε απ’ αυτόν τη γυναίκα, «πλάσμα όμοιο και βοηθό του»· βοηθό μάλιστα ώστε, μετά την παράβαση, με τη γέννηση να γίνεται η αναπαραγωγή του ανθρώπινου γένους. Διότι η αρχική πλάση λέγεται δημιουργία και όχι γέννηση· δημιουργία δηλαδή είναι η αρχική πλάση, ενώ γέννηση η διαδοχή του γένους που προήλθε μετά την καταδίκη σε θάνατο εξαιτίας της παραβάσεως. (Ο Θεός) τοποθέτησε τον άνθρωπο σε νοητό και αισθητό παράδεισο· διότι, αν και ζούσε σωματικά μέσα σε αισθητό επίγειο παράδεισο, συναναστρεφόταν ψυχικά με τους αγγέλους, καλλιεργώντας θεία νοήματα και τρεφόμενος απ’ αυτά· ήταν γυμνός, ζώντας απλή και ανεπιτήδευτη ζωή, και ανυψωνόταν μέσω των δημιουργημάτων μόνο προς το Δημιουργό· αισθανόταν ευχαρίστηση και χαρά με τη θεωρία του Θεού. Αφού, λοιπόν, στόλισε τη φύση του (του ανθρώπου) με το αυτεξούσιο θέλημα, του έδωσε εντολή να μη φάει από το δένδρο της γνώσεως. Γι’ αυτό το δένδρο έχουμε πει αρκετά –όσα μπορούσαμε– στο κεφάλαιο σχετικά με τον Παράδεισο. Αυτή την έντολή έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο, με την υπόσχεση ότι, εάν διαφυλάξει την αξία της ψυχής, χαρίζοντας τη νίκη στο λογικό, το οποίο θα αναγνωρίζει το Δημιουργό και θα τηρεί την εντολή του, τότε θα γίνει μέτοχος της αιώνιας μακαριότητας και θα ζει αιώνια, διότι θα φανεί ανώτερος από το θάνατο. Εάν όμως υποδουλώσει την ψυχή στο σώμα και προτιμήσει τις σωματικές απολαύσεις, λησμονώντας την προσωπική του αξία και εξομοιούμενος με τα άλογα ζώα, επειδή έδιωξε από πάνω του τη χάρη του Δημιουργού και αρνήθηκε να τηρήσει τη θεία εντολή του, τότε θα είναι υπόλογος σε θάνατο και θα δοκιμάσει τη φθορά και τον πόνο, ζώντας άθλια ζωή. Διότι δεν ήταν ωφέλιμο να γίνει αθάνατος χωρίς πειρασμούς και δοκιμασία, για να μην υπερηφανευθεί και πέσει σε πτώση ανάλογη με του Διαβόλου. Εκείνος δηλαδή, επειδή ήταν άφθαρτος, μετά τη θεληματική πτώση του, απόκτησε την αμετανόητη και μόνιμη παγίωσή του στο κακό· όπως, επίσης, από την άλλη πλευρά οι άγγελοι, μετά την εκούσια επιλογή της αρετής από μέρους τους, απόκτησαν με τη χάρη την αμετακίνητη διαμονή τους στο καλό. Έπρεπε, λοιπόν, αφού πρώτα δοκιμασθεί ο άνθρωπος –διότι άνθρωπος χωρίς πειρασμό και δοκιμασία δεν έχει καμιά αξία– και αφού φθάσει στην τελειότητα με την εμπειρία της τηρήσεως της εντολής, ν’ αποκομίσει μ’ αυτό τον τρόπο την αρετή ως βραβείο της αρετής. Καθώς, λοιπόν, ο άνθρωπος δημιουργήθηκε ενδιάμεσος μεταξύ Θεού και ύλης, αφού ενωθεί με το Θεό χάρη στη συνήθεια που πήρε να τηρεί την εντολή Του και μετά την απαλλαγή από το φυσικό δεσμό με τα υλικά πράγματα, επρόκειτο να αποκτήσει μόνιμη τη σταθερότητα στο καλό. Αντίθετα με την παράβαση, αφού ο άνθρωπος στράφηκε περισσότερο προς τα υλικά και απομάκρυνε το νου του από το δημιουργό του Θεό, επρόκειτο να εξοικειωθεί με τη φθορά και να καταντήσει από απαθής παθητός και από αθάνατος θνητός· να έχει επίσης ανάγκη από συνεύρεση και σπερματική γέννηση και από πόθο για τη ζωή να προσκολλάται στις απολαύσεις, επειδή τάχα αυτές τη συνθέτουν· και να αισθάνεται μεγάλη αποστροφή σε όσους προσπαθούν να του στερήσουν τις απολαύσεις· και έστρεψε την επιθυμία του από το Θεό προς την ύλη και το θυμό του από τον πραγματικό εχθρό της σωτηρίας του προς τους συνανθρώπους του. Ο άνθρωπος, λοιπόν, νικήθηκε από φθόνο του Διαβόλου· ο φθονερός και μισόκαλος δαίμονας δεν άντεχε να πετύχουμε εμείς την ουράνια βασιλεία, ενώ ο ίδιος έπεσε από υπερηφάνεια· γι αυτό ο ψεύτης με δόλωμα την ισοθεΐα πέτυχε να παρασύρει το δυστυχή άνθρωπο και, αφού τον ανέβασε στο ύψος της δικής υπερηφάνειας,τον γκρέμισε στο δικό του βάραθρο της πτώσεως.

ΚΕΦ. 45 Για τη θεία οικονομία και για τη φροντίδα του για μας και τη σωτηρία μας.


Για τη θεία οικονομία και για τη φροντίδα του για μας και τη σωτηρία μας. 

Επειδή, λοιπόν, εξαιτίας αυτής της προσβολής του αρχηγού της κακίας δαίμονα, εξαπατήθηκε ο άνθρωπος και δεν φύλαξε την εντολή του Δημιουργού, απογυμνώθηκε από τη χάρη και την παρρησία που είχε από το Θεό και σκέπασε τη γύμνια του με τη σκληρότητα της άθλιας ζωής του –διότι αυτό σημαίνουν τα φύλλα της συκιάς–· περιτυλίχθηκε τη νεκρότητα, δηλαδή τη θνητότητα και την υλοφροσύνη της σάρκας –διότι αυτό δείχνει η ένδυση των δερμάτινων χιτώνων–· εξορίστηκε από τον παράδεισο σύμφωνα με τη δίκαιη κρίση του Θεού· καταδικάστηκε σε θάνατο και τον υποδούλωσε στη φθορά.

Παρ’ όλα αυτά, ο εύσπλαγχνος Θεός, που μας έπλασε και μας έδωσε τη χάρη του, δεν έμεινε αδιάφορος, αλλά αφού πρώτα με πολλούς τρόπους μας παιδαγώγησε και μας κάλεσε να μετανοήσουμε με στεναγμούς και τρόμους, με τον κατακλυσμό και την παρ’ ολίγο εξολόθρευση όλου του ανθρωπίνου γένους, με τη σύγχυση και διαίρεση των γλωσσών, με εμφανίσεις αγγέλων, με εμπρησμό των πόλεων, με εικονικές φανερώσεις του Θεού, με πολέμους, με νίκες, με ήττες, με θαυμαστά σημεία και πολλά θαύματα, με το Νόμο, με τους προφήτες, που το κήρυγμα τους είχε σκοπό την κατάργηση της αμαρτίας, η οποία με πολλές διακλαδώσεις απλώθηκε και υποδούλωσε τον άνθρωπο και συσσώρευσε στη ζωή του κάθε είδος κακίας· με το κήρυγμα των προφητών που είχε σκοπό επίσης την επάνοδο του ανθρώπου στη θεία ζωή. Επειδή, δηλαδή, ο θάνατος εισήλθε στον κόσμο εξαιτίας της αμαρτίας και κατατρώει την ανθρώπινη ζωή σαν κάποιο άγριο και ανήμερο θηρίο, έπρεπε αυτός που επρόκειτο να την λυτρώσει να είναι αναμάρτητος και όχι υπόλογος στο θάνατο εξαιτίας της αμαρτίας· έπρεπε ακόμη η ανθρώπινη φύση να ενισχυθεί και ανανεωθεί, να παιδαγωγηθεί με πράξεις και να διδαχθεί το δρόμο της αρετής που δεν οδηγεί στην καταστροφή, αλλά στην αιώνια ζωή. Τέλος, ο Θεός φανερώνει το μεγάλο πέλαγος της αγάπης του για τον άνθρωπο. Διότι ο ίδιος ο Δημιουργός και Κύριος παίρνει πάνω του τον αγώνα για το αγαπημένο του πλάσμα και γίνεται στην πράξη δάσκαλος. Και επειδή ο εχθρός με την ελπίδα της ισοθεΐας ξεγέλασε τον άνθρωπο, τώρα ο ίδιος ξεγελιέται από το προκάλυμμα της σάρκας. Ταυτόχρονα αποδείχνεται η αγαθότητα, η σοφία, η δικαιοσύνη και η δύναμη του Θεού. Η αγαθότητά του, διότι δεν αδιαφόρησε για την αδυναμία του πλάσματός του, αλλά το σπλαγχνίστηκε, όταν έπεσε, και του άπλωσε το χέρι. Η δικαιοσύνη του, διότι ενώ ο άνθρωπος νικήθηκε, δεν φέρνει άλλον να νικήσει τον δυνάστη (διάβολο) ούτε με βία γλυτώνει τον άνθρωπο από το θάνατο, αλλά τον ίδιο τον άνθρωπο, που ο θάνατος λόγω της αμαρτίας υπόταξε, αυτόν ο αγαθός και δίκαιος (Θεός) τον αναδείχνει πάλι νικητή και σώζει το όμοιο με το όμοιο, πράγμα που ήταν αδύνατο· η σοφία του φαίνεται, διότι βρήκε αξιοπρεπή λύση για κάτι αδύνατο. Διότι, με την καλή θέληση του Θεού Πατέρα, ο μονογενής του Υιός και Θεός Λόγος, που είναι στον τόπο του Θεού Πατέρα και είναι ομοούσιος με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, ο προαιώνιος και άναρχος, όντας εξαρχής με το Θεό Πατέρα και Θεός ο ίδιος, έχοντας τη θεϊκή φύση, έκλινε τους ουρανούς και κατέβηκε κάτω στη γη· ταπείνωσε, δηλαδή, το αταπείνωτο ύψος του χωρίς να χάσει τη δοξα του και συγκαταβαίνει με ανέκφραστη και ακατάληπτη συγκατάβαση στους δούλους του – διότι αυτό δείχνει η κατάβαση του–· όντας τέλειος Θεός γίνεται τέλειος άνθρωπος και πραγματοποιεί το πιο πρωτάκουστο απ’ όλα τα καινοφανή, το μοναδικό καινούργιο κάτω από τον ήλιο, με το οποίο φανερώνεται η άπειρη δύναμη του Θεού. Διότι, τί μεγαλύτερο υπάρχει από το να γίνει ο Θεός άνθρωπος; Και ο Λόγος, χωρίς να μεταβληθεί η θεία φύση του, σαρκώθηκε από Άγιο Πνεύμα και τη Μαρία, την αγία και αειπάρθενο Θεοτόκο· ο μόνος φιλάνθρωπος γίνεται μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Συλλήφθηκε μέσα στην άχραντη μήτρα της Παρθένου όχι με το θέλημα, την επιθυμία, τη σχέση με άνδρα και τη γέννηση που είναι καρπός ηδονής, αλλά από το Άγιο Πνεύμα και με τον τρόπο της αρχικής δημιουργίας του Αδάμ. Κάνει υπακοή στον Πατέρα θεραπεύοντας τη δική μας παρακοή με το ανθρώπινο σώμα που πήρε από μας, με το να γίνει σε μας τύπος υπακοής, χωρίς τήν οποία δεν είναι δυνατόν να επιτύχουμε τη σωτηρία.

ΚΕΦ. 46 Για τον τρόπο της συλλήψεως του Θεού Λόγου και τη θεία σάρκωση.


Για τον τρόπο της συλλήψεως του Θεού Λόγου και τη θεία σάρκωση.

Άγγελος Κυρίου στάλθηκε στην αγία Παρθένο, η οποία καταγόταν από τη γενιά του Δαβίδ.
Όπως το είπε ο θείος Απόστολος: «Είναι φανερό ότι ο Κύριός μας προήλθε από τη φυλή του Ιούδα, από την οποία κανείς δεν είχε πλησιάσει στο θυσιαστήριο»· γι’ αυτό θα μιλήσουμε στη συνέχεια με λεπτομέρειες.

Σ’ αυτήν ο άγγελος έφερε τη χαρμόσυνη είδηση λέγοντας: «Να χαίρεσαι εσύ που είσαι η πιο χαριτωμένη· ο Κύριος είναι μαζί σου.

Εκείνη όμως τρόμαξε στα λόγια του», και της είπε ο άγγελος: «Μη φοβάσαι, Μαρία· διότι ο Θεός σε χαρίτωσε και θα γεννήσεις παιδί που θα το ονομάσεις Ιησού. Διότι αυτός θα σώσει το λαό του από τις αμαρτίες τους».
Γι’ αυτό, το όνομα «Ιησούς» σημαίνει σωτήρας. Και ενώ εκείνη απορούσε, «πώς θα γίνει αυτό, αφού δεν είμαι παντρεμένη», της είπε πάλι ο άγγελος: «θα σε επισκεφθεί το Άγιο Πνεύμα και η δύναμη του ύψιστου Θεού θα σ’ επισκιάσει.

Γι’ αυτό και το παιδί που θα γεννηθεί από σένα θα είναι εξαγιασμένο, ο Υιός του Θεού». Τότε εκείνη συγκατατέθηκε: «Να, είμαι πρόθυμη δούλη του Κυρίου· ας γίνει σύμφωνα με την εντολή σου».

Μετά τη συγκατάθεση της αγίας Παρθένου, το Άγιο Πνεύμα ήλθε σ’ αυτήν, σύμφωνα με την υπόσχεση του Κυρίου που μετέφερε ο άγγελος· την καθάρισε και την ενίσχυσε με δύναμη ώστε να δεχθεί και να γεννήσει το Θεό Λόγο.

Τότε έπεσε πάνω της σαν σκιά η ενυπόστατη σοφία και η δύναμη του Ύψιστου Θεού, ο Υιός του Θεού, που είναι ομοούσιος με τον Πατέρα· έπεσε σαν θείος σπόρος, και δημιούργησε για τον εαυτό του από το αγνό και καθαρό σώμα της σάρκα με ψυχή λογική και νοερή· πήρε ό,τι πιο εκλεκτό από τη δική μας ανθρώπινη φύτρα,

όχι με σπέρμα αλλά με δημιουργία από την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος· δεν σχημάτισε το σώμα λίγο λίγο με τμηματικές προσθήκες, αλλά ολοκληρωμένο με τη μία, επειδή ο ίδιος ο Θεός Λόγος αποτελεί την υπόσταση και της σάρκας.

Ο Θεός Λόγος, δηλαδή, δεν ενώθηκε με μία σάρκα η οποία έγινε πρώτα ξεχωριστή υπόσταση, αλλά, αφού ενοίκησε στη γαστέρα της αγίας Παρθένου, με απερίγραπτο τρόπο σχημάτισε μέσα στη δική του υπόσταση, από το αγνό σώμα της Παρθένου, σώμα με ψυχή λογική και νοερή.

 Έτσι, ο ίδιος ο Λόγος παίρνοντας ό,τι πιο εκλεκτό από το δικό μας ανθρώπινο φύραμα, έγινε υπόσταση με σάρκα.
Επομένως, είναι ταυτόχρονα και ανθρώπινη σάρκα και σάρκα του Θεού Λόγου· συγχρόνως και ανθρώπινη έμψυχη λογική και νοερή σάρκα και σάρκα έμψυχη λογική και νοερή του Θεού Λόγου.

Γι’ αυτό και δεν λέμε ότι ο άνθρωπος έγινε Θεός, αλλά ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος· όντας στη φύση του τέλειος Θεός, έγινε ο ίδιος τέλειος άνθρωπος στη φύση, χωρίς ν’ αλλάξει στη φύση του, και χωρίς να μείνει ως φαντασία το σχέδιο της θείας οικονομίας.

Αλλά ενώθηκε υποστατικά χωρίς σύγχυση, χωρίς μεταβολή και χωρίς διαίρεση, με τη σάρκα που πήρε από την αγία Παρθένο και η οποία έχει λογική και νοερή ψυχή·
δεν μετάβαλε τη φύση της θεότητός του σε φύση της σαρκός του ούτε τη φύση της σαρκός του σε θεία φύση, και χωρίς η θεία του φύση και η ανθρώπινη φύση, την οποία προσέλαβε, ν’ αποτελέσουν μία σύνθετη φύση.