Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός

Ασκητήριο του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού.


Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός είναι ένας από τους ποιητές και υμνογράφους της Αγίας μας Εκκλησίας. Κατεβαίνοντας μέσα στο ασκητήριο του, απορεί κανείς πως μέσα σε αυτόν τον τόσο μικρό χώρο μπορούσε να γράψει όλα εκείνα τα καταπληκτικά τροπάρια.

Μεταφραση

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

ΚΕΦ. 47 Για τις δύο φύσεις.


Για τις δύο φύσεις.

Οι (δύο) φύσεις (του Χριστού) ενώθηκαν μεταξύ τους χωρίς μετατροπή και μεταβολή, χωρίς ούτε η θεία φύση να χάσει την απλότητά της, ούτε βέβαια η η ανθρώπινη να μεταβληθεί σε θεία φύση ή να καταλήξει σε ανυπαρξία, ούτε τέλος από τις δύο να βγει μία σύνθετη φύση.

Διότι η σύνθετη φύση δεν μπορεί να είναι ομοούσια με καμία από τις δύο φύσεις που τη συνέθεσαν, αφού από διαφορετικά στοιχεία προήλθε κάτι άλλο· για παράδειγμα, το σώμα το οποίο αποτελείται από τέσσερα στοιχεία δεν είναι ομοούσιο ούτε με τη φωτιά, ούτε λέγεται φωτιά, ούτε λέγεται αέρας ή νερό ή γη, ούτε με κάποιο απ’ αυτά είναι ομοούσιο.

Εάν, λοιπόν, σύμφωνα με τους αιρετικούς, ο Χριστός, μετά τήν ένωση των δύο φύσεων, είχε μία σύνθετη φύση, τότε η φύση του από απλή μετατράπηκε σε σύνθετη· και ούτε είναι ομοούσιος με τον Πατέρα του που έχει απλή φύση, ούτε με τη μητέρα του (διότι αυτή δεν είναι σύνθετη από θεία και ανθρώπινη φύση), ούτε βέβαια μετέχει στη θεία και ανθρώπινη φύση, ούτε πάλι θα ονομασθεί Θεός ή άνθρωπος, αλλά μόνον Χριστός. Και το όνομα Χριστός δεν θα είναι γι’ αυτούς το όνομα της υποστάσεως του, αλλά της μιας του φύσεως. Εμείς όμως θεωρούμε ως αλήθεια ότι ο Χριστός δεν έχει μία σύνθετη φύση, ούτε είναι κάτι άλλο που προήλθε από κάτι άλλο, όπως ο άνθρωπος από ψυχή και σώμα ή όπως το σώμα από τέσσερα στοιχεία, αλλά λέμε ότι προήλθαν τα ίδια από διαφορετικά στοιχεία· ομολογούμε, δηλαδή, ότι είναι και λέγεται τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος που έχει δύο φύσεις και είναι σε δύο φύσεις, τη θεία και την ανθρώπινη. Το όνομα Χριστός το αποδίδουμε στην υπόσταση, που δεν λέγεται μονομερώς, αλλά δηλώνει τις δύο φύσεις. Διότι ο ίδιος καθαγίασε τον εαυτό του, καθαγιάζοντας από τη μια ως Θεός το σώμα με τη θεότητά του, και από την άλλη καθαγιαζόμενος ως άνθρωπος· διότι ο ίδιος είναι και το ένα και το άλλο. Και η θεία φύση καθαγιάζει την ανθρώπινη. Αν, δηλαδή, ο Χριστός, ο οποίος είναι ομοούσιος με τον Πατέρα, έχει σύνθετη φύση, τότε και ο Πατέρας θα είναι σύνθετος και ομοούσιος με τη σάρκα, πράγμα το οποίο είναι άτοπο και πολύ βλάσφημο. Και πώς μία φύση θα μπορέσει να δεχθεί τις αντίθετες διαφορές των φύσεων; Πώς είναι, δηλαδή, δυνατόν η ίδια φύση να είναι ταυτόχρονα κτιστή και άκτιστη, θνητή και αθάνατη, περιγραπτή και απερίγραπτη; Αν πάλι λέγοντας ότι ο Χριστός έχει μία φύση, τη θεωρούν απλή ή μήπως θα πουν ότι αυτός είναι μόνον Θεός και θα θεωρήσουν την ενανθρώπηση φανταστική ή ότι είναι μόνον άνθρωπος, σύμφωνα με τη διδασκαλία του Νεστορίου; Και πού είναι τότε η τελειότητα της θείας και της ανθρωπίνης φύσεως; Και πότε θα δεχθούν ότι ο Χριστός έχει δύο φύσεις, εφόσον λένε ότι μετά την ένωση αυτός έχει μία σύνθετη φύση; Διότι όλοι γνωρίζουν ότι ο Χριστός, πριν την ένωση, είχε μια φύση μόνο. Αλλά αυτό είναι εκείνο που οδηγεί τους αιρετικούς στην πλάνη, ότι ταυτίζουν τη φύση με την υπόσταση. Επειδή μάλιστα ισχυριζόμαστε ότι είναι μία η φύση των ανθρώπων, πρέπει να γνωρίζουμε ότι αυτό το λέμε όχι αποβλέποντας στον ορισμό της ψυχής και του σώματος· διότι είναι αδύνατο να λέμε ότι η ψυχή και το σώμα, αν συγκριθούν μεταξύ τους, έχουν μία φύση. Αλλά επειδή υπάρχουν πάρα πολλές υποστάσεις των ανθρώπων, και η φύση όλων έχει τον ίδιο ορισμό, διότι όλοι είναι σύνθετοι από ψυχή και σώμα, και όλοι μετέχουν στη φύση της ψυχής και έχουν τη φύση του σώματος, λέμε ότι η κοινή εμφάνιση των πολλών και διαφορετικών υποστάσεων έχει μία φύση· καθεμία, δηλαδή, υπόσταση έχει δύο φύσεις και υπάρχει μέ τις δύο φύσεις, εννοώ την ψυχή και το σώμα. Για τον Κύριό μας Ιησού Χριστό όμως δεν είναι δυνατόν να εννοήσουμε κοινή μορφή· διότι ούτε έγινε ούτε υπάρχει ούτε ποτέ θα γίνει άλλος Χριστός από θεία και ανθρώπινη φύση, ο ίδιος τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος στη θεία και ανθρώπινη φύση. Γι’ αυτό δεν μπορούμε να πούμε ότι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός έχει μία φύση· όπως λέμε για το άτομο ότι αποτελείται από ψυχή και σώμα, έτσι λέμε και για τον Χριστό ότι αποτελείται από θεία και ανθρώπινη φύση. Εκεί βέβαια έχουμε άτομο, αλλά ο Χριστός δεν είναι άτομο· και ούτε έχει ο Χριστός μια μορφή που ανήκει στην κατηγορία του αγαθού. Γι’ αυτό υποστηρίζουμε ότι η ένωση προήλθε από δύο τέλειες φύσεις, τη θεία και την ανθρώπινη, όχι με συμφυρμό ή σύγχυση ή ανάμειξη, όπως είπε «το θεόσταλτο κακό» ο Διόσκορος, ο Ευτυχής και ο Σεβήρος και η ασεβής συμμορία τους· ούτε υποστηρίζουμε ότι η ένωση ήταν προσωπική ή σχετική ή ανάλογα με την αξία ή με ταύτιση της θελήσεως ή με ισοτιμία ή με ταύτιση του ονόματος ή με συγκατάβαση, όπως είπε ο εχθρός του Θεού Νεστόριος, ο Διόδωρος και ο Θεόδωρος Μοψουεστίας και η δαιμονική συντροφιά τους· αλλά ομολογούμε ότι ο Υιός του Θεού έγινε με σύνθεση, δηλαδή υποστατικά χωρίς μεταβολή και αλλοίωση, χωρίς διαίρεση και διάσπαση και με δύο φύσεις τέλειες που έχουν την ίδια υπόσταση, εννοώ της θείας και ανθρωπίνης φύσεώς του· ομολογούμε ότι οι δύο φύσεις διατηρούνται στο πρόσωπό του μετά την ένωση, χωρίς να θεωρούμε ότι η καθεμία υπάρχει ξεχωριστά, αλλά είναι ενωμένες και οι δύο σε μία σύνθετη υπόσταση. Υποστηρίζουμε ότι η ένωση είναι ουσιαστική, δηλαδή αληθινή και όχι φανταστική. Ουσιαστική, όχι με την έννοια ότι οι δύο φύσεις αποτέλεσαν μία σύνθετη φύση, αλλά ενώθηκαν μεταξύ τους πραγματικά σε μία σύνθετη υπόσταση του Υιού του Θεού. Και υποστηρίζουμε ότι παραμένει η ουσιώδης διαφορά τους· διότι το κτιστό παρέμεινε κτιστό και το άκτιστο άκτιστο· το θνητό παρέμεινε θνητό και το αθάνατο αθάνατο· το περιγραπτό παρέμεινε παριγραπτό και το απερίγραπτο απερίγραπτο· το ορατό παρέμεινε ορατό και το αόρατο αόρατο· το ένα ακτινοβολεί με τα θαύματα και το άλλο υπέπεσε στις συκοφαντικές ύβρεις. Ο Λόγος κάνει δικά του τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά· διότι αυτά που ανήκουν στην αγία του σάρκα είναι δικά του, και μεταδίδει στη σάρκα του από τα δικά του με τον τρόπο της αντιδόσεως, επειδη τα δύο μέρη αλληλοπεριχωρούνται και είναι ενωμένα υποστατικά και επειδή ο ενεργών τα θεία και τα ανθρώπινα είναι ένας με τη μία και την άλλη φύση που βρίσκονται σε κοινωνία μεταξύ τους. Γι’ αυτό το λόγο λέμε ότι ο Κύριος της δόξης σταυρώθηκε, αν και δεν έπαθε τίποτε η θεία του φύση· και ακόμη ομολογούμε ότι ο Υιός του άνθρώπου πριν από το πάθος του είναι στον ουρανό, όπως το είπε ο ίδιος ο Κύριος· διότι ο Κύριος της δόξης ήταν ένας και ο ίδιος, αυτός που από τη φύση του ήταν αληθινά Υιός του ανθρώπου, δηλαδή αυτός που έγινε άνθρωπος· και γνωρίζουμε τα θαύματα και τα πάθη του, μολονότι αυτός με τη μία φύση έκανε θαύματα και με την άλλη υπέμεινε τα πάθη. Διότι γνωρίζουμε ότι, όπως είναι μία η υπόστασή του, έτσι παραμένει ουσιώδης η διαφορά των φύσεών του. Πώς, δηλαδή, θα μπορούσε να μείνει η διαφορά, εάν δεν παρέμεναν αυτά που έχουν διαφορά μεταξύ τους; Διότι η διαφορά υπάρχει μεταξύ διαφορετικών. Λέμε, λοιπόν, ότι αυτός συνδέεται με τα (δύο) άκρα, χάρη στην αιτία με την οποία οι φύσεις του Χριστού διαφέρουν μεταξύ τους, χάρη δηλαδή στην αιτία της ουσίας· χάρη στη θεία φύση είναι ενωμένος με τον Πατέρα και το Πνεύμα, και χάρη στην ανθρώπινη με τη μητέρα και όλους τους ανθρώπους. Και χάρη στην αιτία με την οποία είναι ενωμένες οι φύσεις του, λέμε ότι αυτός διαφέρει από τον Πατέρα και το Πνεύμα, αλλά και με τη μητέρα και τους άλλους ανθρώπους· διότι οι φύσεις είναι ενωμένες χάρη στην υπόστασή του· καθώς έχουν μία υπόσταση και σχετικά μ’ αυτήν διαφέρουν με τον Πατέρα, το Πνεύμα, τη μητέρα και εμάς.

Ἀλλὰ καὶ πάσης συνθέτου φύσεως τὰ μέρη ἅμα τὴν ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παραγωγὴν ἔσχηκε πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ παντός. Καὶ δυνατὸν τὰ ὁμόχρονα μίαν φύσιν ἀποτελεῖν σύνθετον, τοιοῦτον ὅρον καὶ φυσικὸν νόμον παρὰ τοῦ δημιουργοῦ δεχόμενα, ὥστε φύσεως νόμῳ κατὰ διαδοχὴν ὅμοια ἐξ ὁμοίων γεννᾶσθαι. Ἐπὶ δὲ τοῦ κυρίου τῶν ἑνωθεισῶν φύσεων ἡ μὲν ἄναρχός ἐστι καὶ ἄχρονος, ἡ δὲ ἠργμένη καὶ ὑπὸ χρόνον· καὶ οὐ γέγονεν εἶδος πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ παντός ἐπεὶ οὐ κατέπαυσεν ὁ θεὸς ἀπὸ τῶν ἔργων αὐτοῦ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ οὔτε δύο φυσικῶς ἡνώθησαν, ἀλλὰ παραδόξως καὶ ὑπερφυῶς. Τὰ δὲ παράδοξα καὶ ὑπερφυῆ οὐ φύσιν ἀποτελεῖ· οὐ γάρ φαμεν βάτου φύσιν προσομιλοῦσαν πυρὶ καὶ μὴ φλεγομένην οὐδὲ φύσιν ἀνθρώπου μεταρσίου γενομένου ὡς ὡς ὢν ΄Νῄ εἰς τὸν οὐρανὸν οὔτε φύσιν σώματος ἀνθρωπείου δροσιζομένην ἐν πυρί, ἀλλὰ παράδοξα ταῦτά φαμεν περὶ μίαν ὑπόστασιν. Οὕτω καὶ τὴν σάρκωσιν τοῦ κυρίου ἐν μιᾷ ὑποστάσει τῶν τῆς θεότητος ὑποστάσεων οὐ νόμῳ φύσεως, ἀλλ᾿ ὑπερφυεῖ οἰκονομίᾳ τὴν ἕνωσιν τῶν φύσεων γεγενῆσθαί φαμεν καὶ οὔτε ὑπὸ φύσεως ὅρον, ὥστε ἀπὸ Χριστοῦ Χριστὸν γεννᾶσθαι καὶ εἶδος ἀποτελεῖσθαι Χριστῶν περιεκτικὸν πολλῶν ὑποστάσεων, ἀλλὰ μίαν ὑπόστασιν σύνθετον ἐκ δύο φύσεων καὶ ἐν δύο φύσεσι καὶ δύο φύσεις, ἑκάστης φύσεως καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν φυλαττούσης τὸν οἰκεῖον ὅρον τε καὶ νόμον καὶ τὴν πρὸς ἄλληλα διαφοράν. Ἐπὶ μὲν γὰρ τοῦ ἀνθρώπου, καθὸ μὲν θεωρεῖται πρὸς ἄλληλα διαφορὰ ψυχῆς τε καὶ σώματος, δύο φύσεις φαμέν· καθὸ δὲ οὐ θεωρεῖται φυσικὴ διαφορὰ ὑποστάσεων ἐξ ὑποστάσεως μιᾶς, καὶ μιᾶς μὲν φύσεως λέγονται τὰ καθ᾿ ὑπόστασιν διαφέροντα ὁμοειδῆ, μιᾶς δὲ ὑποστάσεως τὰ κατ᾿ οὐσίαν διαφέροντα καὶ καθ᾿ ὑπόστασιν ἡνωμένα. Αἱ οὖν ἑτεροειδεῖς ὑποστάσεις οὐχ ὑποστατικῶς συγκρίνονται ἢ διακρίνονται, ἀλλὰ φυσικῶς· καὶ αἱ ὁμοειδεῖς ὑποστάσεις οὐ φυσικῶς συγκρίνονται ἢ διακρίνονται. Καὶ ὥσπερ ἀδύνατον τὰ ὑποστατικῇ διαφορᾷ διαφέροντα μιᾶς εἶναι ὑποστάσεως, οὕτως ἀδύνατον τὰ φυσικῇ διαφορᾷ φυσικὰ διάφορα ΄Νῄ διαφέροντα μιᾶς εἶναι φύσεως.

ΚΕΦ. 48 Για τον τρόπο της αντιδόσεως.


Για τον τρόπο της αντιδόσεως. 

Πολλές φορές έχουμε πει ότι άλλο είναι η ουσία και άλλο η υπόσταση· η ουσία δηλώνει την κοινή και περιεκτική έννοια των ομοίων υποστάσεων, όπως, για παράδειγμα, (η λέξη) Θεός, (η λέξη) άνθρωπος.

Ο όρος υπόσταση δηλώνει το άτομο, δηλαδή τον Πατέρα, τον Υιό, το Άγιο Πνεύμα, τον Πέτρο, τον Παύλο.
Πρέπει επίσης να γνωρίζουμε ότι το όνομα «θεία» και «ανθρώπινη φύση» δηλώνει τις ουσίες, δηλαδή τις φύσεις, ενώ το όνομα «Θεός» ή «άνθρωπος» χρησιμοποιείται και για να δηλώσει τη φύση, όπως όταν λέμε, ο Θεός είναι ακατάληπτη ουσία ή ο Θεός είναι ένας· αλλά λέγεται και για να δηλώσει την υπόσταση, διότι το μερικό λαμβάνει την ονομασία του γενικού, όπως όταν λέει η Αγία Γραφή: «Γι’ αυτό το λόγο σε έχρισε Θεό ο Θεός σου» (εδώ δηλώνει και την υπόσταση του Πατέρα και του Υιού), ή όπως όταν λέει: «Ζούσε κάποιος άνθρωπος στην Αυσίτιδα χώρα» (και δηλώνει μόνο τον Ιώβ). Για τον Κύριο μας, λοιπόν, Ιησού Χριστό, επειδή γνωρίζουμε ότι έχει δύο φύσεις, αλλά η υπόστασή του είναι μία, σύνθετη και από τις δύο, όταν βέβαια εξετάζουμε τις φύσεις, τις ονομάζουμε θεία και ανθρώπινη· όταν όμως εξετάζουμε την υπόσταση που συντέθηκε από τις δύο φύσεις, άλλοτε τον ονομάζουμε Χριστό που προήλθε και από τις δύο, το ίδιο Θεό και άνθρωπο, και Θεό που σαρκώθηκε, και άλλοτε του δίνουμε όνομα από ένα από τα δύο μέρη, ή Θεό μόνο και Υιό του Θεού ή μόνον άνθρωπο και Υιό του ανθρώπου. Άλλοτε πάλι τον καλούμε με ονόματα που προέρχονται μόνον από τα υψηλά (θεία) και άλλοτε μόνον από τα ταπεινά (ανθρώπινα)· διότι ένας είναι εκείνος που είναι εξίσου και το ένα και το άλλο· το ένα, επειδή υπάρχει αιώνια χωρίς αιτία από τον Πατέρα, και το άλλο επειδή έγινε κατόπιν από αγάπη για τους ανθρώπους. Όταν, λοιπόν, μιλάμε για τη θεία φύση, δεν αποδίδουμε σ’ αυτήν τα χαρακτηριστικά της ανθρωπίνης φύσεως· δεν λέμε δηλαδή ότι η θεία φύση είναι παθητή ή κτιστή· ούτε πάλι αποδίδουμε στη σάρκα, δηλαδή στην ανθρώπινη φύση, τα χαρακτηριστικά της θείας· δεν λέμε ότι η σάρκα, δηλαδή η ανθρώπινη φύση, είναι άκτιστη. Για την υπόσταση όμως, είτε της δώσουμε όνομα και από τις δύο φύσεις είτε από τη μία, της αποδίδουμε τα γνωρίσματα και των δύο φύσεων. Και μάλιστα ο Χριστός, ο οποίος είναι και οι δύο φύσεις μαζί, λέγεται και Θεός και άνθρωπος, και είναι και κτιστός και άκτιστος και παθητός και απαθής. Και όταν τον καλούμε με το όνομα της μιας φύσεως και τον λέμε Υιό του Θεού ή Θεό, τότε δέχεται και τα γνωρίσματα της φύσεως που συνυπάρχει, της ανθρώπινης δηλαδή· λέγεται παθητός Θεός και Κύριος της δόξης που σταυρώθηκε, όχι βέβαια σαν Θεός αλλά και σαν άνθρωπος ο ίδιος. Όταν πάλι λέγεται άνθρωπος και Υιός του ανθρώπου, δέχεται τα γνωρίσματα και τη δόξα της θείας φύσεως και καλείται προαιώνιο παιδί και άναρχος άνθρωπος, όχι βέβαια επειδή ήταν παιδί και άνθρωπος, αλλά επειδή, ενώ είναι προαιώνιος Θεός, έγινε τελευταία παιδί. Και ο τρόπος της αντιδόσεως είναι ο ακόλουθος: καθεμία από τις φύσεις ανταποδίδει στην άλλη τα ιδιαίτερα γνωρίσματά της, επειδή έχουν την ίδια υπόσταση και αλληλοπεριχωρούνται. Σύμφωνα μ’ αυτά μπορούμενα πούμε για το Χριστό: «Ο ίδιος ο Θεός μας φανερώθηκε στη γη και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους»· και αλλού: «Ο άνθρωπος αυτός είναι άκτιστος, απαθής και απερίγραπτος».

ΚΕΦ. 49 Για τον αριθμό των φύσεων.



Για τον αριθμό των φύσεων. 

Και όπως για το Θεό δεχόμαστε μία φύση, αλλά λέμε ότι αληθινά έχει τρεις υποστάσεις, και δεχόμαστε ότι όλα τα γνωρίσματα της φύσεως και της ουσίας του είναι απλά, ενώ τη διαφορά των υποστάσεων την αποδίδουμε μόνο στις τρεις ιδιότητες, δηλαδή την αναίτια πατρική, την αιτιατή υιϊκή, και την αιτιατή και εκπορευτή, και γνωρίζουμε καλά ότι αυτές δεν μένουν μακριά και σε διάσταση η μία από την άλλη, αλλά είναι ενωμένες και χωρίς να συγχέονται· είναι ενωμένες βέβαια χωρίς να συγχέονται –διότι είναι τρεις, αν και είναι ενωμένες–, και είναι διαιρεμένες χωρίς να απομακρύνονται μεταξύ τους. Διότι εάν η καθεμία στέκεται από μόνη της, είναι δηλαδή τέλεια υπόσταση και έχει τη δική της ιδιαιτερότητα, δηλαδή ιδιαίτερο τρόπο υπάρξεως· όμως είναι ενωμένες και στην ουσία και στα γνωρίσματα της φύσεως και, επειδή δεν χωρίζονται ούτε βγαίνουν έξω από την υπόσταση του Πατέρα, γι’ αυτό είναι και καλούνται ένας Θεός. Με τον ίδιο τρόπο και σχετικά με το θείο και ανέκφραστο σχέδιο της οικονομίας (για τη σωτηρία μας), που ξεπερνά την ανθρώπινη σκέψη και λογική, του ενός προσώπου της Αγίας Τριάδος, του Θεού Λόγου και Κυρίου Ιησού Χριστού, δεχόμαστε δύο φύσεις, θεία και ανθρώπινη, που συνδέθηκαν και ενώθηκαν μεταξύ τους υποστατικά, αλλά αποτέλεσαν μία υπόσταση σύνθετη από δύο φύσεις. Ισχυριζόμαστε ότι οι δύο φύσεις διατηρούνται και μετά την ένωσή τους στη μία σύνθετη υπόσταση, δηλαδή στον ένα Χριστό· και πραγματικά αυτές και τα φυσικά τους χαρακτηριστικά υπάρχουν, καθώς είναι ενωμένες ασύγχυτα και αδιαίρετα, αλλά και διαφέρουν και αριθμούνται. Και όπως οι τρεις υποστάσεις της Αγίας Τριάδος είναι ενωμένες χωρίς να συγχέονται και είναι διαιρεμένες χωρίς να κομματιάζονται, αλλά αριθμούνται, χωρίς ο αριθμός να εισάγει διαίρεση, διάσταση, αποξένωση και χωρισμό μεταξύ τους (διότι ένα Θεό γνωρίζουμε καλά, τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα). Με τον ίδιο τρόπο και οι φύσεις του Χριστού, αν και είναι ενωμένες, είναι ενωμένες χωρίς να συγχέονται· αν και αλληλοπεριχωρούνται, δεν προχωρεί η μία σε αλλαγή και μετατροπή στη φύση της άλλης. Κάθε φύση, δηλαδή, διατηρεί αμετάβλητο το γνώρισμα της δικής της φύσεως. Γι’ αυτό και αριθμούνται, και ο αριθμός δεν εισάγει διαίρεση. Διότι ο Χριστός είναι ένας, τέλειος στη θεία και ανθρώπινη φύση· η αρίθμηση δηλαδή δεν αποτελεί την αιτία της διαιρέσεως ή της ενώσεως, αλλά δηλώνει πόσα είναι αυτά που αριθμούνται, είτε είναι ενωμένα είτε χωρισμένα· ενωμένα δηλαδή, όπως όταν λέμε ότι ο τοίχος αυτός έχει πενήντα πέτρες· και χωρισμένα, όπως όταν λέμε ότι σ’ αυτό τον τόπο βρίσκονται πενήντα πέτρες· και ενωμένα βέβαια, όπως λέμε ότι δύο φύσεις υπάρχουν μέσα στο κάρβουνο, εννοώ τη φωτιά και το ξύλο, και χωρισμένα, όπως η φύση της φωτιάς διαφέρει από του ξύλου· άλλο πράγμα τα ενώνει ή τα χωρίζει, όχι ο αριθμός. Όπως, λοιπόν, είναι αδύνατο να πούμε ότι οι τρεις υποστάσεις της θείας φύσεως, αν και είναι ενωμένες μεταξύ τους, είναι μία υπόσταση, για να μην προκαλέσουμε σύγχυση και εξαφάνιση της διαφοράς των υποστάσεων μεταξύ τους, έτσι είναι αδύνατο να πούμε ότι οι δύο φύσεις του Χριστού, που είναι υποστατικά ενωμένες, αποτελούν μία φύση, για να μην προκαλέσουμε εξαφάνιση, σύγχυση και ανυπαρξία της διαφοράς τους.

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

ΚΕΦ. 50 Ότι όλη η θεία φύση με μία από τις υποστάσεις της ενώθηκε με όλη την ανθρώπινη φύση και όχι με ένα μέρος της.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 50 
Ότι όλη η θεία φύση με μία από τις υποστάσεις της ενώθηκε με όλη την ανθρώπινη φύση και όχι με ένα μέρος της. 

Τα κοινά και γενικά αποδίδονται σαν ιδιότητες στα μερικά που υπόκεινται σ’ αυτά. Η ουσία, λοιπόν, είναι το κοινό, σαν το είδος, ενώ η υπόσταση είναι το μερικό. Και είναι μερικό, όχι διότι έχει ένα μέρος της φύσεως, αλλά είναι μερικό στον αριθμό, ως άτομο· διότι οι υποστάσεις θεωρούνται ότι διαφέρουν στον αριθμό και όχι στη φύση. Και η ουσία αποδίδεται σαν ιδιότητα στην υπόσταση, αφού η ουσία υπάρχει τέλεια σε κάθε ομοειδή υπόσταση. Και έτσι οι υποστάσεις δεν διαφέρουν μεταξύ τους στην ουσία, αλλά στα συμβεβηκότα, τα οποία είναι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, που χαρακτηρίζουν την υπόσταση και όχι την ουσία· γι’ αυτό ο ορισμός της υποστάσεως είναι ουσία με συμβεβηκότα. Επομένως, η υπόσταση έχει σαν γνώρισμα το κοινό με το ιδιαίτερο γνώρισμα και ότι είναι προσωπική ύπαρξη. Η ουσία πάλι δεν υπάρχει από μόνη της αλλά νοείται στις υποστάσεις. Όταν, λοιπόν, παθαίνει κάτι μία από τις υποστάσεις, λέμε ότι η ουσία, σε σχέση με την οποία υπάρχει η υπόσταση, το παθαίνει σε μια από τις υποστάσεις της. Δεν είναι όμως υποχρεωτικό, όταν πάσχει μια υπόσταση, να πάσχουν και όλες οι άλλες ομοειδείς υποστάσεις. Έτσι, λοιπόν, ομολογούμε ότι όλη η θεία φύση υπάρχει τέλεια σε καθεμία από τις υποστάσεις της, όλη στον Πατέρα, όλη στον Υιό και όλη στο Άγιο Πνεύμα. Γι’ αυτό και είναι τέλειος Θεός ο Πατέρας, τέλειος Θεός ο Υιός, τέλειος Θεός το Άγιο Πνεύμα. Έτσι και στην ενανθρώπηση του ενός της Αγίας Τριάδος, του Θεού Λόγου, πιστεύουμε ότι όλη και τέλεια η θεία φύση, με μία από τις υποστάσεις της, ενώθηκε με όλη την ανθρώποινη φύση, και όχι με ένα μέρος της. Λέει σχετικά μ’ αυτό ο θείος Απόστολος: «σ’ Αυτόν κατοικεί όλη η θεία φύση σωματικά», δηλαδή με την ανθρώπινη φύση του· και ο μαθητής του (Αποστόλου), ο σπουδαίος θεολόγος Διονύσιος λέει: «Η θεία φύση σε μια από τις υποστάσεις της έγινε μέτοχος της δικής μας φύσεως». Αλλά ούτε θα υποχρεωθούμε να λέμε ότι όλες οι υποστάσεις του αγίου Θεού, δηλαδή οι τρεις, έχουν ενωθεί υποστατικά με όλες τις ανθρώπινες υποστάσεις. Διότι ο Πατέρας και το Άγιο Πνεύμα με κανένα λόγο δεν μετείχαν στη σάρκωση του ΘεούΛόγου, παρά μόνον με την ευαρέσκεια και τη θέλησή τους. Λέμε όμως ότι όλη η θεία φύση έχει ενωθεί με όλη την ανθρώπινη φύση. Διότι τίποτε απ’ όσα ο Θεός Λόγος στην αρχική δημιουργία έβαλε μέσα στη φύση μας δεν άφησε να μην το προσλάβει, αλλά όλα τα προσέλαβε, δηλαδή σώμα, νοερή και λογική ψυχή και τα γνωρίσματά τους· διότι αυτό που στερείται ένα απ’ αυτά είναι ζώο και όχι άνθρωπος. Διότι όλος αυτός με προσέλαβε ολόκληρο και ενώθηκε όλος με όλον εμένα, για να χαρίσει σε όλον εμένα τη σωτηρία· «διότι αυτό που είναι απρόσληπτο μένει αθεράπευτο». Ο Λόγος του Θεού, λοιπόν, ενώθηκε με τη σάρκα μέσω του νου, με το να πάρει ο Θεός θέση ανάμεσα στη καθαρότητα και την παχύτητα της σάρκας. Διότι ο νους είναι κυβερνήτης της ψυχής και του σώματος και το πιο καθαρό μέρος της ψυχής, αλλά και κυβερνήτης του νου είναι ο Θεός. Και όταν το ανώτερο επιτρέψει, τότε ο νους του Χριστού παίρνει ηγετική πρωτοβουλία. Αλλά (ο νους του Χριστού) υποχωρεί και ακολουθεί το ανώτερο και κάνει αυτά τα οποία θέλει η θεία βούληση. Ακόμη ο νους έχει γίνει τόπος της θεότητος που υποστατικά ενώθηκε μ’ αυτόν, όπως βέβαια και η σάρκα δεν είναι ένας συγκάτοικος, όπως η ασεβής φαντασία των αιρετικών πλανιέται, λέγοντας: «ένα δοχείο μιας μέδιμνας δεν χωράει δύο μέδιμνες»· διότι κρίνουν τα πνευματικά με υλικά μέτρα. Πώς θα ονομάσουμε το Χριστό τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο, ομοούσιο με τον Πατέρα, εάν στο πρόσωπό του έχει ενωθεί μόνον ένα μέρος της θείας και ένα της ανθρωπίνης φύσεως; Λέμε, επίσης, ότι η ανθρώπινη φύση μας έχει αναστηθεί από τους νεκρούς και κάθισε στα δεξιά του Πατέρα, όχι επειδή όλες οι ανθρώπινες υποστάσεις αναστήθηκαν και κάθισαν στα δεξιά του Πατέρα, αλλά επειδή αναστήθηκε όλη η ανθρώπινη φύση στην υπόσταση του Χριστού. Διότι λέει ο θείος Απόστολος: «Μας ανάστησε και μας ύψωσε μαζί του, χάρη στο πρόσωπο του Χριστού». Λέμε επίσης και το εξής, ότι η ένωση προήλθε από κοινές ουσίες· διότι κάθε ουσία είναι κοινή για τις υποστάσεις που περιλαμβάνει αυτή, και δεν είναι δυνατόν να βρει κάποιος μερική και απομονωμένη φύση, δηλαδή ουσία· διαφορετικά, κατ’ ανάγκην θα θεωρούμε τις ίδιες υποστάσεις και ομοούσιες και ετερούσιες· το ίδιο και την Αγία Τριάδα και ομοούσια και ετερούσια στη θεία φύση. Η ίδια, λοιπόν, φύση θεωρείται σε καθεμία από τις υποστάσεις. Και όταν πούμε ότι η φύση του Λόγου έχει σαρκωθεί, σύμφωνα με τους μακάριους Αθανάσιο και Κύριλλο, εννοούμε ότι η θεότητα ενώθηκε με τη σάρκα. Γι’ αυτό και δεν μπορούμε να πούμε, η φύση του Λόγου έπαθε –διότι η θεότητα δεν έπαθε τίποτε σ’ αυτόν–, αλλά λέμε ότι η ανθρώπινη φύση έπαθε στο πρόσωπο του Χριστού· δεν υπονοούμε βέβαια ότι όλες οι ανθρώπινες υποστάσεις έπαθαν, αλλά ομολογούμε ότι ο Χριστός έπαθε με την ανθρώπινη φύση του. Επομένως, όταν λέμε η «φύση του Λόγου», εννοούμε τον ίδιο το Λόγο· και ο Λόγος έχει και το κοινό της ουσίας και την ιδιαιτερότητα της υποστάσεως.

ΚΕΦ. 51 Για τη μία σύνθετη υπόσταση του Θεού Λόγου.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 51 
Για τη μία σύνθετη υπόσταση του Θεού Λόγου. 

Ισχυριζόμαστε ότι η θεία υπόσταση του Θεού Λόγου προϋπήρχε αιώνια πριν από το χρόνο, απλή και ασύνθετη, άκτιστη, ασώματη, αόρατη, αψηλάφητη, απερίγραπτη, έχοντας όλα όσα έχει ο Πατέρας, επειδή είναι ομοούσιά του. Διαφέρει με την υπόσταση του Πατέρα στον τρόπο και τη σχέση της γεννήσεως, που είναι τέλεια, χωρίς ποτέ να έχει βγει έξω από την πατρική υπόσταση. Τα τελευταία όμως χρόνια, ο Λόγος, χωρίς καθόλου να απομακρυνθεί από τον τόπο του Πατέρα του, με τρόπο απερίγραπτο, κατοίκησε μέσα στην κοιλιά της αγίας Παρθένου, χωρίς σπέρμα και χωρίς να εγκλειστεί, όπως αυτός μόνο γνωρίζει· και μέσα σ’ αυτήν απόκτησε σάρκα για τον εαυτό του από την αγία Παρθένο αλλά στην προαιώνια υπόστασή του. Υπήρχε, λοιπόν, (ο Χριστός) μέσα σ’ όλα και πάνω απ’ όλα, και στην κοιλία της αγίας Θεοτόκου και στο ενεργούμενο γεγονός της σαρκώσεως. Σαρκώθηκε απ’ αυτήν προσλαμβάνοντας το πιο εκλεκτό από τη δική μας (ανθρώπινη) γενιά· προσέλαβε σάρκα πλουτισμένη με λογική και νοερή ψυχή, για να χρησιμεύσει αυτή ως υπόσταση της σάρκας, η υπόσταση δηλαδή του Θεού Λόγου· έτσι συνέβη ώστε η υπόσταση του Λόγου, η οποία πριν ήταν απλή, να γίνει σύνθετη –σύνθετη από δύο τέλειες φύσεις, τη θεία και την ανθρώπινη– και ν’ αποκτήσει αυτή το χαρακτηριστικό και διακριτικό γνώρισμα της θείας ιδιότητας του Υιού που έχει ο Θεός Λόγος, με το οποίο γνώρισμα διακρίνεται από τον Πατέρα και το Πνεύμα· να έχει επίσης και τα χαρακτηριστικά και διακριτικά γνωρίσματα της ανθρωπίνης φύσεως στα οποία διαφέρει με τη μητέρα και τους λοιπούς ανθρώπους. Να φέρει όμως και τα γνωρίσματα της θείας φύσεως, με τα οποία συνδέεται με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, καθώς και τα γνωρίσματα της ανθρωπίνης φύσεως, με τα οποία είναι συνδέεται με τη μητέρα και μας. Διαφέρει βέβαια με τον Πατέρα, το Πνεύμα, τη μητέρα και εμάς, στο ότι είναι ο ίδιος μαζί και Θεός και άνθρωπος· αυτό πράγματι είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα της υποστάσεως του Χριστού. Γι’ αυτό, λοιπόν, ομολογούμε ότι αυτός είναι ο ένας Υιός του Θεού και μετά την ενανθρώπησή του, και ο ίδιος είναι Υιός του ανθρώπου, ένας Χριστός, ένας Κύριος, ο μοναδικός μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, ο Ιησούς, ο Κύριός μας. Προσκυνούμε τις δύο γεννήσεις του, μία γέννηση από τον Πατέρα, προαιώνια, πέρα από αιτία, λογική, χρόνο και φύση, και άλλη γέννηση τελευταία για μας, σύμφωνα με τα δικά μας, και πάνω από τα δικά μας. «Για μας», διότι έγινε για τη δική μας σωτηρία· «σύμφωνα με μας», διότι γεννήθηκε από γυναίκα με κανονικό τοκετό· και «πάνω από μας», διότι δεν γεννήθηκε με σπέρμα, αλλά από το Άγιο Πνεύμα και την αγία Παρθένο, πέρα από τη φυσιολογική κύηση. Δεν κηρύττουμε ότι είναι μόνο Θεός χωρίς την ανθρώπινη φύση μας, ούτε βέβαια μόνον άνθρωπος απογυμνωμένος από τη θεία φύση· δεν κηρύττουμε ότι είναι άλλος και άλλος, αλλά ένας και ο αυτός, Θεός μαζί και άνθρωπος· είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, ολόκληρος Θεός και ολόκληρος άνθρωπος· είναι ο ίδιος όλος Θεός με τη σάρκα του, και όλος άνθρωπος με την υπέρθεη θεία φύση του. Με την έκφραση «τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος», δηλώνεται η πληρότητα και τελειότητα των φύσεων· και με την έκφραση «ολόκληρος Θεός και ολόκληρος άνθρωπος» δηλώνεται η μοναδικότητα και ενότητα της υποστάσεως. Ομολογούμε ακόμη «μία φύση του Θεού Λόγου η οποία έχει σαρκωθεί». Με την έκφραση «σαρκωμένη», θέλουμε να φανερώσουμε τη φύση της σάρκας, σύμφωνα με τον μακάριο Κύριλλο. Σαρκώθηκε, λοιπόν, ο Λόγος, αλλά δεν άφησε το ασώματο της φύσεώς του· ολόκληρος σαρκώθηκε και ολόκληρος είναι απερίγραπτος. Μικραίνει σωματικά και συστέλλεται αλλά παραμένει απερίγραπτος στη θεία φύση του, χωρίς το σώμα του να έχει την ίδια έκταση με την απερίγραπτη θεία φύση του. Επομένως, όλος είναι τέλειος Θεός, αλλά δεν είναι ως ολότητα Θεός· διότι δεν είναι μόνο Θεός, αλλά και άνθρωπος· και είναι ολόκληρος τέλειος άνθρωπος, αλλά δεν είναι ως ολότητα άνθρωπος· διότι δεν είναι μόνον άνθρωπος, αλλά και Θεός. Η έκφραση «ολότητα» σημαίνει τη φύση, ενώ η έκφραση «όλος» δηλώνει την υπόσταση, όπως η έκφραση «άλλο» δηλώνει τη φύση, ενώ η έκφραση «άλλος» την υπόσταση. Πρέπει μάλιστα να γνωρίζουμε ότι, αν και λέμε ότι οι φύσεις του Κυρίου αλληλοπεριχωρούνται, η αλληλοπεριχώρηση γίνεται χάρη στη θεία φύση. Διότι αυτή τα διαπερνά όλα με τη θέλησή της και τα περιχωρεί· τίποτε όμως δεν διαπερνά αυτήν. Και ενώ βέβαια προσφέρει τη δόξα της στη σάρκα, η ίδια παραμένει απαθής και αμέτοχη στα πάθη της σάρκας. Διότι, αν ο ήλιος μεταδίδει σε μας τις δικές του ενέργειες, αλλά ο ίδιος δεν μετέχει στα δικά μας, πόσο μάλλον ο δημιουργός και Κύριος του ήλιου!

Οὐ γὰρ πέπονθεν σαρκωθείς· πῶς γὰρ ἂν πάθοι τὸ φύσει ἀπαθές; οὐδὲ ἐτράπη ὁ ἁπλοῦς σύνθετος γενόμενος· ἡ γὰρ τροπὴ πάθος ἐστί, τὸ δὲ ἀπαθὲς πάντως καὶ ἄτρεπτον. Ἐνήργησε τοιγαροῦν σαρκωθείς, οὐκ ἔπαθεν· οὔτε γὰρ ἡ φύσις αὐτοῦ ἡ θεία ἐτράπη ἢ προσθήκην ἐδέξατο, οὐδὲ τὸ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ ἰδίωμα, τουτέστιν ἡ υἱότης, ἐτράπη· ἔμεινε γὰρ υἱὸς τοῦ θεοῦ καὶ υἱὸς ἀνθρώπου γενόμενος. Οὐκ ἔπαθεν οὖν, ἀλλ᾿ ἐνήργησε δημιουργήσας ἑαυτῷ σάρκα ἐψυχωμένην ψυχῇ λογικῇ τε καὶ νοερᾷ καὶ δοὺς αὐτῇ ἑαυτὸν ὑπόστασιν καὶ ἐν ἑαυτῷ αὐτὴν ὑποστήσας. Ἰστέον γάρ, ὡς ἐπὶ τῆς πυρώσεως δύο χρὴ ἐννοεῖν. Πεπυρῶσθαι γὰρ λέγεται τὸ πυρούμενον καθ᾿ ἕνα μὲν τρόπον, ὅτι ὁ σίδηρος τυχὸν ἢ τὸ ξύλον εἰς πῦρ προϋφεστὼς εἰσερχόμενον λαμβάνει ἐξ αὐτοῦ πῦρ μήπω καθ᾿ αὑτὸ προϋποστὰν καὶ γίνεται αὐτῷ ὑπόστασις ἐν αὐτῷ γὰρ τῷ ξύλῳ προϋπάρχοντι καὶ προϋφεστῶτι ὑφίσταται τὸ πῦρ, ὃ λαμβάνει ἐκ τοῦ προϋφεστῶτος πυρός καὶ γίνεται ἡ τοῦ σιδήρου ὑπόστασις καὶ τοῦ ἐν αὐτῷ θεωρουμένου πυρὸς ὑπόστασις μία ὑπόστασις τοῦ τε ξύλου καὶ τοῦ ἐν αὐτῷ πυρός οὐ γὰρ ὑπέστη καθ᾿ αὑτὸ τὸ ἐν τῷ ξύλῳ πῦρ, ἀλλ᾿ αἰτίαν τῆς ὑποστάσεως καὶ τῆς ἀναμέρος κεχωρισμένης ἐκ τῶν λοιπῶν πυρῶν ὑπάρξεως καὶ συμπήξεως τὸ ξύλον ἔσχε καὶ ἔστι μία ὑπόστασις τοῦ τε ξύλου καὶ τοῦ ἐν αὐτῷ ὑποστάντος πυρός, προηγουμένως μὲν τοῦ ξύλου, ἑπομένως δὲ τοῦ πυρός· προϋπάρχουσα γὰρ τοῦ ξύλου μετὰ ταῦτα ἐγένετο καὶ τοῦ πυρός. Λέγεται δὲ καὶ καθ᾿ ἕτερον τρόπον πύρωσις ὡς τοῦ πυρουμένου ξύλου δεχομένου τὴν τοῦ πυρὸς ἐνέργειαν· τὸ γὰρ λεπτότερον μεταδίδωσι τῷ παχυτέρῳ τῆς οἰκείας ἐνεργείας. Ἐπὶ μὲν οὖν τῆς πυρώσεως τὸ ξύλον ἐστὶ τὸ πυρούμενον, καὶ λέγεται πύρωσις τοῦ ξύλου καὶ οὐ ξύλωσις τοῦ πυρός· τὸ γὰρ ξύλον προϋπάρχει τε καὶ ὑπόστασις τῷ πυρὶ γίνεται καὶ τὴν τοῦ πυρὸς ἐνέργειαν δέχεται. Ἐπὶ δὲ τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ οὐχ οὕτως, ἀλλὰ σάρκωσις μὲν τοῦ λόγου λέγεται ὡς τοῦ λόγου γενομένου τῇ σαρκὶ ὑποστάσεως προϋπῆρχε γὰρ ἡ ὑπόστασις τοῦ λόγου, καὶ ἐν αὐτῇ ὑπέστη ἡ σάρξ, θέωσις δὲ τῆς σαρκός· αὕτη γὰρ μετέσχε τῶν τῆς θεότητος, καὶ οὐχ ἡ θεότης τῶν αὐτῆς παθῶν· διὰ γὰρ τῆς σαρκὸς ἡ θεότης ἐνήργει ὡς τὸ πῦρ διὰ τοῦ ξύλου, οὐχ ἡ σὰρξ διὰ τοῦ λόγου. Οὐκ ἔπαθε τοίνυν σαρκωθεὶς ὁ λόγος, ἀλλ᾿ ἐνήργησε τὴν σάρκωσιν μεταδοὺς τῇ σαρκὶ τῆς τε ὑποστάσεως καὶ τῆς θεώσεως. Θεώσεως δὲ λέγω οὐχὶ τραπείσης εἰς θεότητος φύσιν, ἀλλὰ τῆς μεθέξεως τῆς ὑπὸ τῶν τῆς θεότητος αὐχημάτων· ἐζωοποίει γὰρ οὐ κατ᾿ οἰκείαν φύσιν, ἀλλὰ τῇ ἑνώσει τῇ πρὸς τὴν θεότητα. Καὶ ἐν Θαβὼρ ἤστραψε καὶ ἀπαστράπτει οὐ διὰ τὴν ἰδίαν φύσιν, ἀλλὰ διὰ τὴν τῆς καθ᾿ ὑπόστασιν ἡνωμένης αὐτῇ θεότητος ἐνέργειαν, ὡς τὸ ξύλον λάμπει καὶ καίει οὐ κατὰ τὴν οἰκείαν φυσικὴν ἐνέργειαν, ἀλλὰ διὰ τὴν τοῦ καθ᾿ ὑπόστασιν ἡνωμένου αὐτῷ πυρὸς τῆς ἐνεργείας μέθεξιν.

ΚΕΦ. 52 Γι’ αυτούς που ρωτούν· οι φύσεις του Κυρίου υπάγονται στο αδιάσπαστο ποσό ή στο διαχωρισμένο;


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 52 
Γι’ αυτούς που ρωτούν· οι φύσεις του Κυρίου υπάγονται στο αδιάσπαστο ποσό ή στο διαχωρισμένο; 

Αν κανείς ρωτά για τις φύσεις του Κυρίου, αν υπάγονται στο αδιάσπαστο ποσόν ή στο διαχωρισμένο, θα απαντήσουμε ότι οι φύσεις του Κυρίου δεν είναι ούτε ένα σώμα ούτε μία επιφάνεια ούτε μία γραμμή, ούτε χρόνος ούτε τόπος, για ν’ αποδοθούν στο αδιάσπαστο ποσό· διότι αυτά είναι εκείνα που αριθμούνται σε συνέχεια. Πρέπει μάλιστα να γνωρίζουμε ότι η αρίθμηση χαρακτηρίζει αυτά που διαφέρουν και είναι αδύνατο ν’ αριθμηθούν αυτά που δεν διαφέρουν καθόλου· σ’ αυτό που διαφέρουν, σ’ αυτό και αριθμούνται· όπως ο Πέτρος και ο Παύλος δεν αριθμούνται σ’ αυτό που είναι ενωμένοι· επειδή, δηλαδή, είναι ενωμένοι εξαιτίας της ουσίας τους, δεν μπορεί να λέγονται δύο φύσεις, ενώ διαφέρουν στην υπόσταση και λέγονται δύο υποστάσεις. Επομένως, η αρίθμηση είναι χαρακτηριστικό αυτών που διαφέρουν· και με όποιο τρόπο διαφέρουν, μ’ αυτόν και αριθμούνται. Οι φύσεις του Χριστού είναι βέβαια ενωμένες υποστατικά χωρίς να συγχέονται, αλλά διαιρούνται και αδιαίρετα χάρη στην αιτία και τον τρόπο της διαφοράς. Και χάρη στον τρόπο με τον οποίο είναι ενωμένες, δεν αριθμούνται· διότι δεν λέμε ότι οι φύσεις του Χριστού είναι δύο υποστάσεις. Με τον τρόπο πάλι που αδιαίρετα διαιρούνται, αριθμούνται· διότι δύο είναι οι φύσεις του Χριστού χάρη στην αιτία και τον τρόπο της διαφοράς. Επειδή είναι ενωμένες στην υπόσταση και αλληλοπεριχωρούνται, είναι ενωμένες ασύγχυτα, διατηρώντας η καθεμία τη δική της φυσική διαφορά. Επειδή, λοιπόν, αριθμούνται με τον τρόπο μόνον της διαφοράς, θα υπαχθούν στο διαχωρισμένο ποσό. Ένας, λοιπόν, είναι ο Χριστός, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, τον οποίο προσκυνούμε μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα σε μία προσκύνηση, μαζί με την αμόλυντη σάρκα του· δεν θεωρούμε ότι η σάρκα του δεν προσκυνείται –διότι την προσκυνούμε στη μία υπόσταση του Λόγου, η οποία για χάρη της έγινε υπόσταση–· ούτε πάλι λατρεύουμε την κτίση (είδωλα) –διότι δεν την προσκυνούμε σαν απλή σάρκα, αλλά ενωμένη με τη θεότητα και επειδή οι δύο φύσεις αναφέρονται σε ένα πρόσωπο και μία υπόσταση του Θεού Λόγου. Φοβάμαι να πιάσω το κάρβουνο, διότι έγινε ένα με το αναμμένο ξύλο. (Παρόμοια) προσκυνώ και τις δύο φύσεις του Χριστού χάρη στη θεότητα που ενώθηκε με τη σάρκα. Διότι δεν προσθέτω τέταρτο πρόσωπο στην Αγία Τριάδα –αλίμονο!–, αλλά ομολογώ ένα πρόσωπο του Θεού Λόγου με την ανθρώπινη φύση του. Η Τριάδα παρέμεινε Τριάδα και μετά τη σάρκωση του Λόγου.

ΚΕΦ. 53 Απάντηση στο ερώτημα, αν υπάρχει φύση ανυπόστατη.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 53 
Απάντηση στο ερώτημα, αν υπάρχει φύση ανυπόστατη. 

Μολονότι δεν υπάρχει ανυπόστατη φύση ή απρόσωπη ουσία –διότι η ουσία και η φύση νοείται σε υποστάσεις και πρόσωπα–, παρ’ όλ’ αυτά δεν είναι υποχρεωτικό η καθεμία από τις μεταξύ τους ενωμένες φύσεις να έχει ξεχωριστά ιδιαίτερη υπόσταση· διότι μπορούν να συνενωθούν σε μία υπόσταση και να μην είναι ούτε ανυπόστατες ούτε η καθεμία να έχει ιδιαίτερη υπόσταση, αλλά και οι δύο να έχουν μία και την ίδια. Διότι η ίδια η υπόσταση του Λόγου, επειδή έγινε υπόσταση και των δύο φύσεων, δεν επιτρέπει σε καμία απ’ αυτές να είναι ανυπόστατη, ούτε να έχουν μεταξύ τους διαφορετική υπόσταση, ούτε η υπόσταση άλλοτε να ανήκει στη μία και άλλοτε στην άλλη (φύση), αλλά πάντοτε η υπόσταση να ανήκει και στις δύο αδιαίρετα και αχώριστα· να μη χωρίζεται ούτε να διαιρείται, και να μη διανέμει ένα μέρος της στη μία κι ένα άλλο στην άλλη, αλλά ολόκληρη ν’ ανήκει στη μία και την άλλη, χωρίς διαίρεση και στο σύνολό της. Διότι η σάρκα του Θεού Λόγου δεν έγινε υπόσταση με ιδιαίτερο τρόπο, ούτε έγινε κάποια διαφορετική υπόσταση από την υπόσταση του Θεού Λόγου, αλλά (η σάρκα) απόκτησε υπόσταση μέσα σ’ αυτήν (υπόσταση του Λόγου) και έγινε ενυπόστατη και όχι ξεχωριστή υπόσταση από μόνη της. Γι’ αυτό δεν είναι ούτε ανυπόστατη ούτε εισάγει μέσα στην Τριάδα κάποια άλλη υπόσταση.