Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός

Ασκητήριο του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού.


Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός είναι ένας από τους ποιητές και υμνογράφους της Αγίας μας Εκκλησίας. Κατεβαίνοντας μέσα στο ασκητήριο του, απορεί κανείς πως μέσα σε αυτόν τον τόσο μικρό χώρο μπορούσε να γράψει όλα εκείνα τα καταπληκτικά τροπάρια.

Μεταφραση

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

ΚΕΦ. 74 Για τα μετά την ανάσταση.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 74 
Για τα μετά την ανάσταση.

Μετά την ανάστασή του από τους νεκρούς άφησε κατά μέρος όλα τα πάθη, εννοώ τη φθορά, την πείνα, τη δίψα, τον ύπνο, την κούραση και τα παρόμοια. Διότι, αν και δοκίμασε τροφή μετά την ανάσταση, δεν τη δοκίμασε σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους –αφού δεν πεινούσε–, αλλά επειδή ήθελε να βεβαιώσει την αλήθεια της αναστάσεως με τον τρόπο της οικονομίας του, ότι δηλαδή η ίδια η σάρκα του είναι που έπαθε και αναστήθηκε· δεν άφησε κατά μέρος κανένα από τα μέρη της φύσεώς του, ούτε το σώμα ούτε την ψυχή, αλλά έχει και το σώμα και την ψυχή λογική και νοερή, με θέληση και ενέργεια· και έτσι κάθεται στα δεξιά του Πατέρα του, θέλοντας με θεϊκό και ανθρώπινο τρόπο τη σωτηρία μας και ενεργώντας με θεϊκό τρόπο την πρόνοια, τη συντήρηση και κυβέρνηση όλων· θυμάται με ανθρώπινο τρόπο τη διαμονή του πάνω στη γη, ενώ βλέπει και γνωρίζει ότι όλη η λογική κτίση τον προσκυνά. Διότι η αγία του ψυχή γνωρίζει ότι έχει ενωθεί υποστατικά με το Θεό Λόγο και ότι προσκυνείται μαζί του ως ψυχή του Θεού και όχι ως απλή ψυχή. Και η ανάβαση από τη γη στον ουρανό και η κατάβαση του πάλι είναι ενέργειες του περιορισμένου σώματος. Λέει (ο άγγελος) «έτσι πάλι θα έλθει προς εσάς, με τον τρόπο που τον είδατε να ανεβαίνει στον ουρανό».

ΚΕΦ. 75 Για το ότι κάθεται στα δεξιά του Πατέρα του.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 75 
Για το ότι κάθεται στα δεξιά του Πατέρα του.

Λέμε ότι ο Χριστός έχει καθίσει με το σώμα του στα δεξιά του Θεού και Πατέρα του, αλλά δεν εννοούμε τη δεξιά του Πατέρα ως τόπο. Διότι, πώς ο απερίγραπτος (Θεός) θα είναι δεξιά ενός τόπου;

Τό «δεξιά» και «αριστερά» ανήκουν στα περιορισμένα όντα. Λέγοντας «δεξιά του Πατέρα», εννοούμε τη δόξα και την τιμή της θεότητος, στην οποία ενώ ήταν προαιώνια ο Υιός του Θεού, σαν ομοούσιος με το Θεό Πατέρα του, τους έσχατους καιρούς σαρκώθηκε και κάθησε (στην ίδια δόξα) με το σώμα, αφού και η σάρκα του δοξάστηκε μαζί· και όλη η κτίση τον προσκυνά μαζί με τη σάρκα με την ίδια προσκύνηση.

ΚΕΦ. 76 Εάν ο Χριστός έχει δύο φύσεις


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 76 
Εάν ο Χριστός έχει δύο φύσεις

Σ’ αυτούς που μας λένε ότι, εάν ο Χριστός έχει δύο φύσεις, τότε συμβαίνει ένα από τα δύο: ή λατρεύετε και την κτίση, προσκυνώντας την κτιστή φύση, ή θεωρείτε ότι μία φύση πρέπει να προσκυνείται και μία δεν πρέπει. 

Προσκυνούμε τον Υιό του Θεού μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα· πριν από την ενανθρώπηση βέβαια (τον προσκυνούμε) ασώματο, ενώ τώρα τον ίδιο σαρκωμένο και ολοκληρωμένο άνθρωπο μαζί με τη θεότητά του.

 Η σάρκα του βέβαια, σε ό,τι αφορά στη φύση της, αν αφαιρέσεις με ισχυρή φαντασία το φαινόμενο από το νοούμενο, σαν κτίσμα που είναι δεν προσκυνείται· επειδή όμως ενώθηκε με το Θεό Λόγο, εξαιτίας του και στο πρόσωπό του προσκυνείται.

 Διότι, όπως ο βασιλιάς, είτε γυμνός είναι είτε ντυμένος, προσκυνείται· και η πορφύρα, σαν απλή πορφύρα την πατάμε και την πετάμε, αλλά μόλις γίνει ένδυμα του βασιλιά της αποδίδουμε τιμές και δόξες, ενώ, αν κάποιος την περιφρονήσει, καταδικάζεται συνήθως σε θάνατο· το ίδιο, όπως κάποιος μπορεί να πιάσει ένα απλό ξύλο, αλλά αν ενωθεί με τη φωτιά και γίνει κάρβουνο, όχι εξαιτίας της φύσεώς του αλλά εξαιτίας της ενωμένης μαζί του φωτιάς, τότε γίνεται απλησίαστο· και δεν είναι απλησίαστη η φύση του ξύλου, αλλά το κάρβουνο, δηλαδή το πυρωμένο ξύλο· έτσι και η σάρκα, σύμφωνα με τη φύση της, δεν είναι από μόνη της άξια προσκυνήσεως· τήν προσκυνάμε όμως όχι για χάρη της, αλλά χάρη στο σαρκωμένο Θεό Λόγο, το Θεό Λόγο που ενώθηκε υποστατικά μαζί της. Και δεν λέμε ότι προσκυνάμε απλή σάρκα, αλλά τη σάρκα του Θεού, το Θεό δηλαδή που σαρκώθηκε.

ΚΕΦ. 77 Γιατί έγινε άνθρωπος ο Υιός και όχι ο Πατέρας ή το Άγιο Πνεύμα και τί πέτυχε με την ενανθρώπησή του.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 77 
Γιατί έγινε άνθρωπος ο Υιός και όχι ο Πατέρας ή το Άγιο Πνεύμα και τί πέτυχε με την ενανθρώπησή του. 

Ο Πατέρας είναι Πατέρας και όχι Υιός. Ο Υιός είναι Υιός και όχι Πατέρας. Το Πνεύμα είναι Άγιο Πνεύμα και όχι Πατέρας ή Υιός· διότι η ιδιότητα δεν αλλάζει. Και πώς θα ήταν προσωπική ιδιότητα, εάν άλλαζε και μεταβαλόταν; Γι’ αυτό ο Υιός του Θεού γίνεται υιός ανθρώπου, για να παραμένει αμετάβλητη η ιδιότητα· όντας Υιός του Θεού έγινε και υιός ανθρώπου, με τη σάρκωσή του από την Αγία Παρθένο, και δεν έχασε την προσωπική του ιδιότητα. Ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος, για να χαρίσει στον άνθρωπο αυτό για το οποίο τον έπλασε· διότι τον έκαμε σύμφωνα με τη δική Του εικόνα, να έχει νου, να είναι αυτεξούσιος και όμοιος μαζί Του, δηλαδή τέλειος στις αρετές, όσο είναι εφικτό στην ανθρώπινη φύση· διότι αυτές υπάρχουν σαν γνωρίσματα της θείας φύσεως· δηλαδή, η αμεριμνησία, η αταραξία, η ακεραιότητα, η αγαθωσύνη, η σοφία, η δικαιοσύνη, η απαλλαγή από κάθε κακία. Αφού, λοιπόν, έπλασε τον άνθρωπο σε κοινωνία μαζί Του –«διότι τον έπλασε με σκοπό να μείνει άφθαρτος»–, τον οδήγησε με την κοινωνία της φύσεώς του στην αφθαρσία. Επειδή όμως με την παράβαση της εντολής μαυρίσαμε και ξεθωριάσαμε τα γνωρίσματα της θείας εικόνος και πέφτοντας στην κακία αποξενωθήκαμε από την επαφή μας με το Θεό –«διότι ποιά επικοινωνία υπάρχει του φωτός με το σκοτάδι;»–, βρεθήκαμε έξω από την ζωή και υποκύψαμε στη φθορά του θανάτου. Επειδή μας μετάδωσε το καλύτερο και δεν το διατηρήσαμε, μετέχει ο ίδιος στο χειρότερο, εννοώ τη φύση μας, ώστε στο πρόσωπό του και μέσω του εαυτού του να ανανεώσει το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση· να μας διδάξει την ενάρετη ζωή και μέσω του εαυτού του να την καταστήσει για μας εύκολη να τη διαβούμε· με την κοινωνία της δικής του ζωής να μας ελευθερώσει από τη φθορά και να γίνει η πρώτη αρχή της αναστάσεώς μας· να ξανακατασκευάσει το άχρηστο και θρυμματισμένο σκεύος, για να μας ελευθερώσει από την τυραννία του διαβόλου, αφού μας κάλεσε στη θεογνωσία· να μας ενδυναμώσει και εκπαιδεύσει με την υπομονή και την ταπείνωση να καταπολεμάμε τον τύραννο. Η δαιμονική, λοιπόν, θρησκεία καταργήθηκε· η δημιουργία εξαγιάστηκε με το θείο αίμα· οι βωμοί και οι ναοί των ειδώλων καταστράφηκαν, η θεογνωσία φυτεύθηκε, η ομοούσια Τριάδα και άκτιστη θεότητα, ο ένας Θεός και Κύριος, ο δημιουργός του σύμπαντος, είναι αυτός που λατρεύεται· οι αρετές καλλιεργούνται, η ανάσταση του Χριστού μας έδωσε ως δώρο την ελπίδα της αναστάσεως, οι δαίμονες τρέμουν τους ανθρώπους που πριν τους είχαν υποχείριους· και το πιο θαυμαστό, όλα αυτά τα κατόρθωσαν ο σταυρός, τα πάθη και ο θάνατος. Σ’ όλη τη γη το Ευαγγέλιο της θείας γνώσεως κηρύχθηκε χωρίς να νικήσει τους εχθρούς με πόλεμο, με όπλα και στρατό· αλλά, λίγοι αδύνατοι, αγράμματοι, κυνηγημένοι, βασανισμένοι, με κίνδυνο της ζωής τους κήρυξαν τον σταυρωμένο και θανατωμένο στη σάρκα (Χριστό) και κατατρόπωσαν τους σοφούς και ισχυρούς· διότι η πανίσχυρη δύναμη του σταυρωμένου τους συνόδευε πάντοτε. Ο θάνατος, που πρωτύτερα προκαλούσε πάρα πολύ φόβο, νικήθηκε και προτιμάται τώρα από τη ζωή αυτός που πριν ήταν αποκρουστικός και μισητός. Αυτά είναι τα κατορθώματα της παρουσίας του Χριστού, τα γνωρίσματα της δυνάμεώς του. Δεν μας έσωσε όπως με τον Μωϋσή που, διαιρώντας τη θάλασσα, έβγαλε ένα λαό από την Αίγυπτο και τη δουλεία του Φαραώ, αλλά καλύτερα, έσωσε όλη την ανθρωπότητα από τη φθορά του θανάτου και από τον σκληρό δυνάστη της αμαρτίας· δεν μας οδήγησε με τη βία στην αρετή, δεν σκέπασε με χώμα ούτε μας έκαψε με τη φωτιά ούτε έδωσε εντολή να πετροβολούν τους αμαρτωλούς, αλλά με πραότητα και μακροθυμία, πείθει τους ανθρώπους να εκλέγουν την αρετή και να συναγωνίζονται στους κόπους γι’ αυτήν και να ευχαριστούνται. Διότι προηγουμένως, όταν αμάρταναν, βασανιζόταν και ακόμη προσηλώνονταν στην αμαρτία, και αυτή ήταν ο θεός τους· τώρα όμως προτιμούν για χάρη της ευσέβειας και της αρετής τα βασανιστήρια, τις στρεβλώσεις και το θάνατο. Εύγε, Χριστέ, Λόγε του Θεού, σοφία και δύναμη και παντοκράτορα Θεέ! Τί να σου ανταποδώσουμε, εμείς οι φτωχούληδες, για όλα αυτά; Δικά σου είναι όλα, και τίποτε δεν ζητάς από μας παρά μόνον τη σωτηρία μας· ο ίδιος μας τη χαρίζεις και, από την ανέκφραστη καλωσύνη σου, αισθάνεσαι ευγνωμοσύνη σ’ αυτούς που τη δέχονται! Σε σένα ανήκει η ευγνωμοσύνη, που μας χαρίζεις την ύπαρξη και την αληθινή ζωή· ακόμη κι όταν απομακρυνθήκαμε απ’ αυτήν, μας επανέφερες με την ανέκφραστη συγκατάβασή σου.

ΚΕΦ. 78 Απάντηση σε όσους ρωτούν τί είναι η υπόσταση του Χριστού, κτιστή ή άκτιστη.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 78 
Απάντηση σε όσους ρωτούν τί είναι η υπόσταση του Χριστού, κτιστή ή άκτιστη.

Η υπόσταση του Θεού Λόγου πριν από τη σάρκωσή του ήταν απλή, ασύνθετη, ασώματη και άκτιστη· όταν όμως σαρκώθηκε, έγινε και υπόσταση της σάρκας· έτσι έγινε σύνθετη υπόσταση, από τη θεότητα την οποία είχε πάντοτε, και από τη σάρκα, την οποία προσέλαβε. Έχει τα γνωρίσματα των δύο φύσεων, επειδή γίνεται γνωστή με δύο φύσεις. Επομένως, η ίδια είναι μία άκτιστη υπόσταση στη θεία φύση και κτιστή στην ανθρώπινη, ορατή και αόρατη. Διαφορετικά, αναγκαζόμαστε ή να χωρίσουμε τον ένα Χριστό λέγοντας δύο τις υποστάσεις του, ή ν’ αρνηθούμε τη διαφορά των φύσεων και να διδάσκουμε μετατροπή και σύγχυση των φύσεων.

ΚΕΦ. 79 Για το πότε ονομάσθηκε Χριστός.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 79 
Για το πότε ονομάσθηκε Χριστός. 

Ο νους δεν ενώθηκε με το Θεό Λόγο πριν από τη σάρκωσή του από την Παρθένο και από τότε ονομάσθηκε Χριστός, όπως ορισμένοι ψεύδονται. Αυτό το ατόπημα ανήκει στις φλυαρίες του Ωριγένη, ο οποίος δογμάτισε προΰπαρξη των ψυχών. Εμείς όμως ομολογούμε ότι ο Υιός και Λόγος έγινε και ονομάσθηκε Χριστός από τότε που συλλήφθηκε μέσα στην κοιλία της αγίας Αειπαρθένου και πήρε σάρκα απ’ αυτήν χωρίς μετατροπή και η σάρκα χρίσθηκε με τη θεότητα· όπως λέει ο θεολόγος Γρηγόριος, «αυτή είναι η χρίση της ανθρωπίνης φύσεως». Και ο ιερότατος Κύριλλος Αλεξανδρείας, γράφοντας στο βασιλέα Θεοδόσιο, του λέει τα εξής: «Εγώ νομίζω ότι δεν πρέπει να ονομάζεται Ιησούς Χριστός ούτε ο Θεός Λόγος χωρίς την ανθρώπινη φύση, ούτε όμως «ο ναός» (το κατοικητήριο) που γεννήθηκε από την γυναίκα χωρίς να έχει ενωθεί με το Λόγο· διότι Χριστός θεωρείται ο Λόγος του Θεού που είναι ενωμένος με απόρρητο τρόπο με τον άνθρωπο και σύμφωνα με το σχέδιο της θείας οικονομίας». Και προς τις βασίλισσες έτσι είπε: «Μερικοί λένε ότι το όνομα Χριστός αρμόζει στο Λόγο που γεννήθηκε από το Θεό Πατέρα, που νοείται και υπάρχει μόνος και ξεχωριστά. Εμείς όμως δεν διδαχθήκαμε να πιστεύουμε και να λέμε αυτά· διότι, όταν ο Λόγος σαρκώθηκε, τότε λέμε ότι και ονομάσθηκε αυτός Ιησούς Χριστός. Επειδή δηλαδή χρίσθηκε με το έλαιο της αγαλλιάσεως, δηλαδή από το Θεό Πατέρα με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, γι’ αυτό και ονομάζεται Χριστός. Και κανείς απ’ αυτούς που σκέφτονται συνετά δεν θα διστάσει να πει ότι η χρίση αναφέρεται στην ανθρώπινη φύση. Και ο ονομαστός σε όλους Αθανάσιος, στο λόγο του για τη Επιφάνεια του Σωτήρος, κάπως έτσι λέει: «Ο προαιώνιος Θεός, πρίν από την ένσαρκη παρουσία του, δεν ήταν άνθρωπος, αλλά Θεός κοντά στο Θεό, αόρατος και απαθής· όταν όμως έγινε άνθρωπος, δέχεται το όνομα Χριστός εξαιτίας της σαρκώσεως, επειδή το όνομα αυτό το ακολουθεί το πάθος και ο θάνατος». Αν και η Αγία Γραφή λέει, «γι’ αυτό σε έχρισε ο Θεός Πατέρας σου με λάδι αγαλλιάσεως», πρέπει να γνωρίζουμε ότι πολλές φορές η Αγία Γραφή χρησιμοποιεί παρελθόντα χρόνο αντί του μέλλοντος, όπως στη φράση «μετά απ’ αυτά φανερώθηκε στη γη και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους»· διότι, όταν λεγόταν αυτά, ο Θεός δεν είχε φανεί ακόμη ούτε συναναστραφεί με τους ανθρώπους· το ίδιο και η φράση «καθήσαμε και κλάψαμε εκεί, στα ποτάμια της Βαβυλώνας»· και αυτά δεν είχαν γίνει ακόμη.

ΚΕΦ. 80 Απάντηση σ’ αυτούς που ρωτούν, εάν η αγία Θεοτόκος γέννησε δύο φύσεις, και εάν δύο φύσεις κρεμάσθηκαν πάνω στο σταυρό.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 80 
Απάντηση σ’ αυτούς που ρωτούν, εάν η αγία Θεοτόκος γέννησε δύο φύσεις, και εάν δύο φύσεις κρεμάσθηκαν πάνω στο σταυρό. 

Χαρακτηριστικό της φύσεως είναι το αγένητο και το γενητό, που γράφονται μ’ ένα «ν», που δείχνουν το άκτιστο και το κτιστό· το αγέννητο και το γεννητό, δηλαδή η γέννηση και η μη γέννηση, που γράφονται με δύο «ν», δεν είναι χαρακτηριστικά της φύσεως αλλά της υποστάσεως. Η θεία φύση λοιπόν είναι αγένητη (με ένα «ν»), δηλαδή άκτιστη, ενώ όλα τα μετέπειτα από τη θεία φύση είναι γενητά (με ένα «ν»), δηλαδή κτιστά. Και στη θεία και άκτιστη φύση το αγέννητο βέβαια θεωρείται στον Πατέρα –διότι δεν γεννήθηκε–, ενώ το γεννητό στον Υιό –διότι γεννήθηκε προαιώνια από τον Πατέρα–, ενώ το εκπορευτό θεωρείται στο Άγιο Πνεύμα. Και από κάθε είδος ζώων τα πρώτα είναι αγέννητα, όχι όμως αγένητα (άκτιστα)· διότι ο Δημιουργός τα έπλασε, δεν γεννήθηκαν από όμοιά τους ζώα. Καθώς η γένεση είναι δημιουργία, ενώ η γέννηση στο Θεό είναι η προέλευση του ομοουσίου Υιού από μόνο τον Πατέρα· ενώ στα κτίσματα η προέλευση από την ομοούσια υπόσταση γίνεται από τη συνάφεια του αρσενικού με το θηλυκό. Γνωρίζουμε, λοιπόν, ότι η γέννηση δεν ανήκει στη φύση αλλά στην υπόσταση. Διότι, αν ανήκε στη φύση, δεν θα είχαμε στην ίδια φύση και το γεννητό και το αγέννητο. Επομένως, η αγία Θεοτόκος γέννησε υπόσταση που την γνωρίζουμε με δύο φύσεις, με τη θεία φύση που γεννήθηκε προαιώνια από τον Πατέρα και με την ανθρώπινη, που τους έσχατους καιρούς σαρκώθηκε μέσα της και γεννήθηκε με σάρκα. Εάν αυτοί που ρωτούν υπαινίσσονταν ότι αυτός που γεννήθηκε από την αγία Θεοτόκο είναι δύο φύσεις, θ’ απαντήσουμε· ναι, είναι δύο φύσεις: «διότι ο ίδιος είναι και Θεός και άνθρωπος». Το ίδιο και για τη σταύρωση, την ανάσταση και την ανάληψη· δεν είναι αυτά χαρακτηριστικά της φύσεως, αλλά της υποστάσεως. Ο Χριστός, λοιπόν, ενώ είναι με δύο φύσεις, έπαθε με τη παθητή φύση και σταυρώθηκε· διότι κρεμάσθηκε στο σταυρό με τη σάρκα και όχι με τη θεότητα. Επειδή θα πουν σε μας, που τους ρωτάμε: Δύο φύσεις πέθαναν; Όχι, θ’ απαντήσουμε. Δεν σταυρώθηκαν, λοιπόν, ούτε δύο φύσεις, αλλά γεννήθηκε ο Χριστός, δηλαδή ο Λόγος του Θεού, που πήρε σάρκα· γεννήθηκε με τη σάρκα, σταυρώθηκε με τη σάρκα, έπαθε με τη σάρκα, πέθανε με τη σάρκα, ενώ η θεότητά του έμεινε απαθής.